Τρίτη 21 Οκτωβρίου 2008

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΜΙΚΡΟΥΣ ΜΑΣ ΦΙΛΟΥΣ Η Παραμυθομαζώχτρα

H ιστορία του τζίτζικα

Ο λαός μας με μύθους εξηγούσε την αιτία που κάθε ζώο ή πουλί ή φυσικό φαινόμενο, έχει κάποιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, που το προσδιορίζει. Αυτοί οι μύθοι έχουν αιτιολογικό χαρακτήρα. Τέτοιος είναι και ο μύθος που ακολουθεί και αναφέρεται στο θορυβώδη τζίτζικα του καλοκαιριού, που όλες τις άλλες εποχές είναι εξαφανισμένος. Εμείς γνωρίζουμε σήμερα πως ο τζίτζικας με τον τρόπο αυτό καλεί το ταίρι του. Στα χωριά, όμως, τα παλιά χρόνια έδιναν οι παππούδες και οι γιαγιάδες τις δικές τους εξηγήσεις.
Το σημερινό, λοιπόν, παραμύθι μας αρχίζει.

Μια φορά κι ένα καιρό, στα παλιά χρόνια, ζούσε σ’ ένα χωριουδάκι ένα αντρόγυνο. Όπως όλοι, έτσι κι αυτοί, μόνο που ο άντρας ήταν τεμπέλης κι η γυναίκα δουλευταρού. Όλο το χωριό είχε να λέει για την εργατικότητα της γυναίκας και την τεμπελιά του άντρα της.
Κάθε πρωί που έπιναν τον καφέ τους, του έλεγε:
-Δεν βλέπεις, καλέ μου, πώς δουλεύουν όλοι και φροντίζουν τα σπίτια τους; Εσύ γιατί κάθεσαι ολημερίς; Είδες κανένα τεμπέλη να κάνει προκοπή;
Μα εκείνος δεν έκανε τον κόπο ούτε ν’ απαντήσει.
Τι να κάνει η γυναίκα, σηκώνεται και πάει στο βασιλιά, στη μεγάλη πόλη και ζητάει ακρόαση.
-Αφέντη βασιλιά, έχω ένα άντρα πολύ σοφό, τετράσοφο! Τι θέλεις και δεν ξέρει. Κουβεντιάζει με τα ζώα, ακόμα και με το φεγγάρι και τον ήλιο! Είναι και προφήτης, προβλέπει τα μελλούμενα!!
Ένας τέτοιος άνθρωπος μου χρειάζεται, είπε ο βασιλιάς και έστειλε ανθρώπους να τον φέρουν στο παλάτι. Τον βρήκαν ξαπλωμένο σ’ ένα σκιερό μέρος, γιατί έκανε ζέστη. Κοιτούσε τα φυλλώματα και τραγουδούσε ένα δικό του σκοπό.
-Σε θέλει, του είπανε, ο βασιλιάς. Διαταγή!
-Μπα, και ποιος του μίλησε για μένα; Καλά είμαι εδώ. Βαριέμαι ακόμη και να σηκωθώ, τους είπε.
Τότε οι άνθρωποι του βασιλιά τον σήκωσαν με το ζόρι. Τίναξαν από πάνω του τη σκόνη και τον έβαλαν σ’ ένα άλογο και τον πήγαν στο βασιλιά.

Ο βασιλιάς τον συμπάθησε και τον κράτησε κοντά του. Τόσοι και τόσοι γύρω του, αλλά εκείνος ρωτούσε μόνο τον τεμπέλη για όλα τα σοβαρά θέματα του κράτους κι εκείνος απαντούσε με ένα ναι ή όχι. Καλοπερνούσε, μα πάλι δεν του άρεσε. Θυμόταν το χωριό, τις δροσιές και τα ποτάμια κι όταν άρχισαν οι μεγάλες ζέστες στεναχωρήθηκε και παρακάλεσε το Θεό:
-Κάνε με, Θεούλη μου, ένα τόσο δα μικρό πλασματάκι με φτερά, να πετάξω, να σκαλώσω σ’ ένα δεντράκι και να μην κουνιέμαι καθόλου. Κι εγώ για να σε ευχαριστήσω θα τραγουδάω συνέχεια τα μεσημέρια και το χειμώνα πάλι, θα χωθώ κάπου και θα περιμένω να ξανάρθει η ζέστη να βγω. Τότε θα είμαι το πιο ευτυχισμένο πλάσμα και θα σε δοξάζω!
Κι ο Θεός χαμήλωσε το βλέμμα του συμπονετικά σ’ αυτόν το συμπαθητικό τεμπελάκο και του έκανε τη χάρη.
-Θα γίνεις τζίτζικας, του είπε. Αφού κανένας δεν μπόρεσε να σ’ αλλάξει, θα σε μεταμορφώσω σε ένα μικρό έντομο, που χωρίς αυτό, καλοκαίρι δε θα λογιάζεται.
Έτσι, έζησε από τότε ευτυχής σαν τζίτζικας και εμείς το ίδιο και κάθε καλοκαίρι μας νανουρίζει τα ζεστά μεσημέρια.

Ραλλιώ Στυλιανίδου - Μπαδέμα

Δεν υπάρχουν σχόλια: