Στη Μαρία
Προχθές στον Επιτάφιο που ακολουθούσα,
σε είδα που μου έγνεψες
μέσα από ένα μικρό κόκκινο γαρύφαλλο,
μπηγμένο σε μια του άκρη.
(Αγνώστου)
Στη Σοφία
Την Κυριακή περνώντας πλάι σου
το συνειδητοποίησα
και μια μικρή βόμβα ναπάλμ
έσκασε μέσα μου
πως γρήγορα περνά ο καιρός,
ακόμη και χωρίς εσένα.
Και τότε έκλαψα πικρά.
(Αγνώστου)
Μηνύματα της Αναστάσεως Χριστού
Ψαλμούς με στίχους χαρμονής
οι άνθρωποι δοξάζουν,
τον Αναστάντα Ιησού,
Χριστός Ανέστη ψάλλουν.
Στο μνήμα του Κυρίου τους
οι Μυροφόρες φθάνουν
και από τον Άγγελο, χαράς,
το μήνυμα λαμβάνουν.
Χριστός μας Αναστήθηκε
και χαίρεται η πλάση
στους Αποστόλους η είδηση,
γοργά πρέπει να φθάσει.
Στην Παναγιά το μήνυμα
το’ φέραν Μυροφόρες
κι Αυτή με δάκρυα χαράς
ευχές είπε σε όλες.
Οι άνθρωποι τα μίση τους
θα πρέπει να ξεχάσουν
και του Χριστού μας τη Λαμπρή
με αγάπη να γιορτάσουν.
Στης γης τους κοσμοκράτορες
το μήνυμα να φθάσει
και της Λαμπρής το άγιο Φως,
το νου τους να επηρεάσει.
Και για Ειρήνη πια στη γη
μόνο, να συζητάνε
και ο Αναστάντας Ιησούς
πάντα κοντά τους θα’ ναι.
Πάσχα 2002
Γιάννης Π. Μαρίνος
Το παρακάτω ποίημα έχουν γράψει οι μαθητές της Γ’ και Δ’ τάξης του Δημοτικού Σχολείου Στρατωνίου , τάξη της κας Χριστίνας Καρακιτσάκη και είναι το αποτέλεσμα συλλογικής τους εργασίας.
Συγχαρητήρια σε όλους για το αποτέλεσμα.
Ο ΠΟΛΕΜΟΣ
Πόλεμος είναι καταστροφή,
είναι το στόμα χωρίς ψωμί
μας κυριεύουν σκοτωμοί
παντού υπάρχουνε νεκροί.
Ο θάνατος, η βία,
το μίσος, η κακία
γεμίζουν την καρδιά μας
και καταστρέφουν τα όνειρά μας.
Σπίτια ερημωμένα
χωριά ερειπωμένα
σχολεία κατεστραμμένα
εργοστάσια κλεισμένα.
Παντού υπάρχει ταραχή
ζούμε μια άσχημη ζωή
στρατιώτες, στρατηγοί
κυριεύουνε τη γη.
Ας κάνουμε όλοι μια ευχή
να έχει ειρήνη όλη η γη
τέρμα πια η καταστροφή
να ζήσουμε μια όμορφη ζωή
Σάββατο 23 Αυγούστου 2008
Η Αχαριστία
Βρισκόμαστε σε μία εποχή, όπου δυστυχώς η Ελλάδα έχει εμπλακεί σε μία κατάσταση εμφυλίου πολέμου, άγρια και σκληρή. Ας είναι… καλά ο συμμαχικός παράγων.
Όμως δεν πρόκειται να αναφερθώ λεπτομερώς σ’ αυτό το θλιβερό κεφάλαιο και τα αίτια που προκάλεσαν αυτή τη σύρραξη, απλώς γράφω επιγραμματικά…δύο λόγια, αφού μέσα σ’ αυτό το «σκηνικό», εξελίχθηκε η παρακάτω μικρή ιστορία.
Στρατός ανεβοκατέβαινε σ’ όλο το οδικό δίκτυο, που οδηγούσε στις «εκκαθαριστικές» επιχειρήσεις Γράμμου- Βίτσι, άλλοι με στρατιωτικά οχήματα και άλλοι πεζοπορώντας, είτε απλοί πολίτες ήταν αυτοί, είτε με στρατιωτικές στολές.
Είχα προσληφθεί ως οδηγός σε μία εταιρία χερσαίων μεταφορών και πήρα εντολή, από το γραφείο κίνησης, να μεταβώ στο κλιμάκιο Βέροιας, όπου θα είχα στο εξής ως αφετηρία, για περιφερειακή μεταφορά εμπορευμάτων πάσης φύσεως και σε όλη την Ελληνική επικράτεια.
Ξεκίνησα με άδειο το όχημα, παίρνοντας μαζί μου την κυρά – Σμαρώ, τη γυναίκα μου, το παιδί μας μικρό, η Πόπη τριάμισι χρόνων, (η Μαριάνθη… δεν είχε γεννηθεί ακόμη, ήταν στην κοιλιά της μάνας της), το είχαμε αφήσει στην πεθερά μου γιατί θα μας δυσκόλευε στις μετακινήσεις μας, μαζί με τα απαραίτητα εφόδια ειδών ρουχισμού, μεταξύ των άλλων, ένα ζευγάρι παπούτσια δικά μου, ένα κοστούμι ολοκαίνουργιο, που μόλις προ ολίγων ημερών το είχα ράψει, δύο πουκάμισα και εσώρουχα. Η γυναίκα μου πήρε κι εκείνη τα φουστάνια της, τα παπούτσια της, τα εσώρουχά της και, δέκα έξι χρυσές λίρες. Με αυτές γινόταν εκείνη την εποχή οι συναλλαγές, επειδή ο πληθωρισμός ευρίσκετο σε διαρκή … καλπασμό.
Όλα αυτά τα εφόδια, μαζί και τις λίρες, τοποθετημένα μέσα σε μια μεγάλη βαλίτσα, την έβαλα πίσω στην άδεια καρότσα, επειδή μπροστά στο «κουβούκλιο» δεν χωρούσε για να έχω εύκολο οδήγημα.
Είχα διανύσει όλη τη διαδρομή, από Θεσσαλονίκη έως την Αλεξάνδρεια, (παλαιό όνομα Γιδά) και προχώρησα φτάνοντας έξω από το Μακροχώρι, όταν ξαφνικά… πετάχτηκαν τρεις φαντάροι και μου έκαναν νόημα να σταματήσω!
Σταμάτησα νομίζοντας ότι θα μου γίνει κάποιος έλεγχος, επειδή είχε καθιερωθεί ο στρατιωτικός νόμος για λόγους… ασφαλείας. Η κυρά – Σμαρώ σαν να φοβήθηκε κάπως! Την καθησύχασα.
-Καλημέρα παιδιά! Συμβαίνει τίποτα; Ρωτάω απορημένος!
-Όχι βρε αδερφέ! Απαντά ο ένας.
-Δηλαδή;
-Θα θέλαμε να μας πάρεις μέχρι τη Βέροια. Μήπως μπορείς; Εκεί δεν πας;
-Ναι, εκεί πάω. Και βέβαια μπορώ. Γιατί όχι. Μήπως στην πλάτη μου θα σας κουβαλήσω; Ορίστε, ανεβείτε.
Και ανέβηκαν πίσω στην καρότσα, που είχα και τη βαλίτσα με τα ρούχα μας.
Ξεκίνησα για να τελειώσω την υπόλοιπη διαδρομή μου, που ήταν όπως ανέφερα πιο πάνω, το τέρμα της η Βέροια. Περίμενα κάποιο… χτύπημα στο κουβούκλιο, πριν τερματίσω το ταξίδι, σαν σύνθημα, για να τους κατεβάσω εκεί που ήθελαν αυτοί. Όμως κτύπημα δεν άκουσα! Πιθανόν, σκέφτηκα, ότι θα κατέβαιναν μαζί μας, εκεί που θα τερματίζαμε κι εμείς. Όταν όμως σταμάτησα το αμάξι, εκείόπου τερμάτισα, πηγαίνω πίσω στην καρότσα,
για να δω αν βρισκόταν ακόμη εκεί οι επιβαίνοντες έτσι για να ακούσω έστω ένα τυπικό «ευχαριστώ».
Όμως, με εξέπληξε το γεγονός, όταν διαπίστωσα ότι είχαν κατέβει κάπου, πριν φτάσω στο τέρμα της διαδρομής, επωφελούμενοι προφανώς απ’ τη μείωση της ταχύτητας του οχήματος στο κέντρο της πόλης. Εξεπλάγην δε ακόμη περισσότερο, όταν άνοιξα την πόρτα της καρότσας για να πάρω τη βαλίτσα μας, και είδα με απορία, δυστυχώς, να είναι ανοιχτή και τα ρούχα μας πεταμένα εδώ κι εκεί, στο πάτωμα. Συνειδητοποίησα τι είχε συμβεί! Κλοπή!!! Δεν το περίμενα. Τώρα έπρεπε να κοιτάξω τι έλειπε από μέσα. Γιατί σίγουρα πλέον έλειπαν πράγματα, από το θέαμα που έβλεπα μπροστά μου.
Με την πρώτη ματιά που έριξα, διαπίστωσα ότι είχαν κλαπεί: το καινούργιο μου κοστούμι, τα δύο πουκάμισα και τα παπούτσια μου. Με την δεύτερη: τα παπούτσια της γυναίκας μου, τα δύο καινούργια της φουστάνια και οι δεκάξι χρυσές λίρες.
Τρόμαξε η γυναίκα μου, τρόμαξα κι εγώ! Σαν να με χτύπησε κεραυνός κατακούτελα!
-Παναγία μου! είπε η κυρά – Σμαρώ. Τι είν’ αυτό που πάθαμε!
-Τι είν’ αυτό που πάθαμε! Επανέλαβα κι εγώ.
-Μας έκλεψαν!!!
Εμένα τι με ήθελες! Κρύος ιδρώτας με περιέλουσε. Δεν περίμενα τέτοια απρόσμενη εξέλιξη, τέτοια αχαριστία. Συμφορά!! Η απογοήτευση… κατρακυλούσε πάνω – κάτω, από την κορφή ως τα νύχια των ποδιών μου. Και να σκεφτεί κανείς, ότι μαζεύαμε με κόπο και οικονομία, τα πρώτα μας… καζάντια και τον πρώτο μας ρουχισμό σαν μία αρχή ώστε να δημιουργήσουμε στέρεες οικονομικές βάσεις για τη μελλοντική οικογενειακή πορεία μας, ύστερα από την απελευθέρωση απ’ τη Γερμανική κατοχή.
Μετά; Άστα να πάνε! Είχα εμπλακεί σ’ έναν αγώνα δρόμου ώστε να προλάβω ίσως πριν εξαφανιστούν τελείως οι αχρείοι αυτοί φαντάροι κόμπρες κατακάθια, απομεινάρια των κατοχικών ταγμάτων ασφαλείας και να συλληφθούν. Έτρεξα παντού. Έψαξα παντού. Πήγα σε Αστυνομίες, σε στρατονομίες, κίνησα… γη και ουρανό, αλλά αποτέλεσμα μηδέν. Είχαν εξαφανιστεί.
Τα ρούχα μας και οι δεκάξι χρυσές λίρες, είχαν χαθεί. Τα σούφρωσαν οι ασυνείδητοι αυτοί άνθρωποι, μην υπολογίζοντας, το λίγο εκείνο καλό, που τους πρόσφερα, για να απαλλαγούν από την κουραστική τους πεζοπορία.
Μέσα απ’ αυτό το πάθημα, αν και θα ήθελα πάρα πολύ να βοηθήσω κάποιους ταλαίπωρους συνανθρώπους μου, που ξέμεναν στους δρόμους τότε, υποσχέθηκα στον εαυτό μου ότι δεν θα ξαναπάρω επιβάτη από το δρόμο, όσο κι αν είχε ανάγκη. Έπαθα και έμαθα, από μια άτυχη συγκυρία. Όμως δεν κράτησα την υπόσχεση μου αργότερα. Ήταν μια απόφαση της … στιγμής, πάνω στην ταραχή μου.
Πέρασαν πολλά χρόνια. Το περιστατικό «ξεχάστηκε». Δηλαδή τι… ξεχάστηκε! Δεν ξεχάστηκε! Ζωντανή απόδειξη ότι σήμερα το γράφω σαν … ύμνο στην αχαριστία μερικών «ανθρώπων».
Ιωσήφ Εμμ. Φραντζεσκάκης
Όμως δεν πρόκειται να αναφερθώ λεπτομερώς σ’ αυτό το θλιβερό κεφάλαιο και τα αίτια που προκάλεσαν αυτή τη σύρραξη, απλώς γράφω επιγραμματικά…δύο λόγια, αφού μέσα σ’ αυτό το «σκηνικό», εξελίχθηκε η παρακάτω μικρή ιστορία.
Στρατός ανεβοκατέβαινε σ’ όλο το οδικό δίκτυο, που οδηγούσε στις «εκκαθαριστικές» επιχειρήσεις Γράμμου- Βίτσι, άλλοι με στρατιωτικά οχήματα και άλλοι πεζοπορώντας, είτε απλοί πολίτες ήταν αυτοί, είτε με στρατιωτικές στολές.
Είχα προσληφθεί ως οδηγός σε μία εταιρία χερσαίων μεταφορών και πήρα εντολή, από το γραφείο κίνησης, να μεταβώ στο κλιμάκιο Βέροιας, όπου θα είχα στο εξής ως αφετηρία, για περιφερειακή μεταφορά εμπορευμάτων πάσης φύσεως και σε όλη την Ελληνική επικράτεια.
Ξεκίνησα με άδειο το όχημα, παίρνοντας μαζί μου την κυρά – Σμαρώ, τη γυναίκα μου, το παιδί μας μικρό, η Πόπη τριάμισι χρόνων, (η Μαριάνθη… δεν είχε γεννηθεί ακόμη, ήταν στην κοιλιά της μάνας της), το είχαμε αφήσει στην πεθερά μου γιατί θα μας δυσκόλευε στις μετακινήσεις μας, μαζί με τα απαραίτητα εφόδια ειδών ρουχισμού, μεταξύ των άλλων, ένα ζευγάρι παπούτσια δικά μου, ένα κοστούμι ολοκαίνουργιο, που μόλις προ ολίγων ημερών το είχα ράψει, δύο πουκάμισα και εσώρουχα. Η γυναίκα μου πήρε κι εκείνη τα φουστάνια της, τα παπούτσια της, τα εσώρουχά της και, δέκα έξι χρυσές λίρες. Με αυτές γινόταν εκείνη την εποχή οι συναλλαγές, επειδή ο πληθωρισμός ευρίσκετο σε διαρκή … καλπασμό.
Όλα αυτά τα εφόδια, μαζί και τις λίρες, τοποθετημένα μέσα σε μια μεγάλη βαλίτσα, την έβαλα πίσω στην άδεια καρότσα, επειδή μπροστά στο «κουβούκλιο» δεν χωρούσε για να έχω εύκολο οδήγημα.
Είχα διανύσει όλη τη διαδρομή, από Θεσσαλονίκη έως την Αλεξάνδρεια, (παλαιό όνομα Γιδά) και προχώρησα φτάνοντας έξω από το Μακροχώρι, όταν ξαφνικά… πετάχτηκαν τρεις φαντάροι και μου έκαναν νόημα να σταματήσω!
Σταμάτησα νομίζοντας ότι θα μου γίνει κάποιος έλεγχος, επειδή είχε καθιερωθεί ο στρατιωτικός νόμος για λόγους… ασφαλείας. Η κυρά – Σμαρώ σαν να φοβήθηκε κάπως! Την καθησύχασα.
-Καλημέρα παιδιά! Συμβαίνει τίποτα; Ρωτάω απορημένος!
-Όχι βρε αδερφέ! Απαντά ο ένας.
-Δηλαδή;
-Θα θέλαμε να μας πάρεις μέχρι τη Βέροια. Μήπως μπορείς; Εκεί δεν πας;
-Ναι, εκεί πάω. Και βέβαια μπορώ. Γιατί όχι. Μήπως στην πλάτη μου θα σας κουβαλήσω; Ορίστε, ανεβείτε.
Και ανέβηκαν πίσω στην καρότσα, που είχα και τη βαλίτσα με τα ρούχα μας.
Ξεκίνησα για να τελειώσω την υπόλοιπη διαδρομή μου, που ήταν όπως ανέφερα πιο πάνω, το τέρμα της η Βέροια. Περίμενα κάποιο… χτύπημα στο κουβούκλιο, πριν τερματίσω το ταξίδι, σαν σύνθημα, για να τους κατεβάσω εκεί που ήθελαν αυτοί. Όμως κτύπημα δεν άκουσα! Πιθανόν, σκέφτηκα, ότι θα κατέβαιναν μαζί μας, εκεί που θα τερματίζαμε κι εμείς. Όταν όμως σταμάτησα το αμάξι, εκείόπου τερμάτισα, πηγαίνω πίσω στην καρότσα,
για να δω αν βρισκόταν ακόμη εκεί οι επιβαίνοντες έτσι για να ακούσω έστω ένα τυπικό «ευχαριστώ».
Όμως, με εξέπληξε το γεγονός, όταν διαπίστωσα ότι είχαν κατέβει κάπου, πριν φτάσω στο τέρμα της διαδρομής, επωφελούμενοι προφανώς απ’ τη μείωση της ταχύτητας του οχήματος στο κέντρο της πόλης. Εξεπλάγην δε ακόμη περισσότερο, όταν άνοιξα την πόρτα της καρότσας για να πάρω τη βαλίτσα μας, και είδα με απορία, δυστυχώς, να είναι ανοιχτή και τα ρούχα μας πεταμένα εδώ κι εκεί, στο πάτωμα. Συνειδητοποίησα τι είχε συμβεί! Κλοπή!!! Δεν το περίμενα. Τώρα έπρεπε να κοιτάξω τι έλειπε από μέσα. Γιατί σίγουρα πλέον έλειπαν πράγματα, από το θέαμα που έβλεπα μπροστά μου.
Με την πρώτη ματιά που έριξα, διαπίστωσα ότι είχαν κλαπεί: το καινούργιο μου κοστούμι, τα δύο πουκάμισα και τα παπούτσια μου. Με την δεύτερη: τα παπούτσια της γυναίκας μου, τα δύο καινούργια της φουστάνια και οι δεκάξι χρυσές λίρες.
Τρόμαξε η γυναίκα μου, τρόμαξα κι εγώ! Σαν να με χτύπησε κεραυνός κατακούτελα!
-Παναγία μου! είπε η κυρά – Σμαρώ. Τι είν’ αυτό που πάθαμε!
-Τι είν’ αυτό που πάθαμε! Επανέλαβα κι εγώ.
-Μας έκλεψαν!!!
Εμένα τι με ήθελες! Κρύος ιδρώτας με περιέλουσε. Δεν περίμενα τέτοια απρόσμενη εξέλιξη, τέτοια αχαριστία. Συμφορά!! Η απογοήτευση… κατρακυλούσε πάνω – κάτω, από την κορφή ως τα νύχια των ποδιών μου. Και να σκεφτεί κανείς, ότι μαζεύαμε με κόπο και οικονομία, τα πρώτα μας… καζάντια και τον πρώτο μας ρουχισμό σαν μία αρχή ώστε να δημιουργήσουμε στέρεες οικονομικές βάσεις για τη μελλοντική οικογενειακή πορεία μας, ύστερα από την απελευθέρωση απ’ τη Γερμανική κατοχή.
Μετά; Άστα να πάνε! Είχα εμπλακεί σ’ έναν αγώνα δρόμου ώστε να προλάβω ίσως πριν εξαφανιστούν τελείως οι αχρείοι αυτοί φαντάροι κόμπρες κατακάθια, απομεινάρια των κατοχικών ταγμάτων ασφαλείας και να συλληφθούν. Έτρεξα παντού. Έψαξα παντού. Πήγα σε Αστυνομίες, σε στρατονομίες, κίνησα… γη και ουρανό, αλλά αποτέλεσμα μηδέν. Είχαν εξαφανιστεί.
Τα ρούχα μας και οι δεκάξι χρυσές λίρες, είχαν χαθεί. Τα σούφρωσαν οι ασυνείδητοι αυτοί άνθρωποι, μην υπολογίζοντας, το λίγο εκείνο καλό, που τους πρόσφερα, για να απαλλαγούν από την κουραστική τους πεζοπορία.
Μέσα απ’ αυτό το πάθημα, αν και θα ήθελα πάρα πολύ να βοηθήσω κάποιους ταλαίπωρους συνανθρώπους μου, που ξέμεναν στους δρόμους τότε, υποσχέθηκα στον εαυτό μου ότι δεν θα ξαναπάρω επιβάτη από το δρόμο, όσο κι αν είχε ανάγκη. Έπαθα και έμαθα, από μια άτυχη συγκυρία. Όμως δεν κράτησα την υπόσχεση μου αργότερα. Ήταν μια απόφαση της … στιγμής, πάνω στην ταραχή μου.
Πέρασαν πολλά χρόνια. Το περιστατικό «ξεχάστηκε». Δηλαδή τι… ξεχάστηκε! Δεν ξεχάστηκε! Ζωντανή απόδειξη ότι σήμερα το γράφω σαν … ύμνο στην αχαριστία μερικών «ανθρώπων».
Ιωσήφ Εμμ. Φραντζεσκάκης
ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗ ΑΠΟ ΤΟ ΣΤΡΑΤΩΝΙ
Χρυσούλα Παντελή - Κολοκοτρώνη

Η Χρυσούλα γεννήθηκε στο Στρατώνι το 1952. Είναι παντρεμένη με τον δημοσιογράφο Άγγελο Κολοκοτρώνη και έχει δύο Θυγατέρες. Την Πωλίνα , δημοσιογράφο του Αντένα και την Δέσποινα πτυχιούχο της Ιατρικής Σχολής, Λάρισας Σήμερα ζει στη Θεσσαλονίκη
Από πολύ νεαρή ηλικία ασχολήθηκε επίμονα με την ζωγραφική και μάλιστα με την ελαιογραφία μιας και το ταλέντο της ήταν εμφανές.
Αργότερα τελείωσε τις σπουδές της στη διακόσμηση .
Δασκάλα της υπήρξε η διακεκριμένη στην Ελλάδα και στο εξωτερικό επίσης Στρατωνίσια ζωγράφος Νίνα Χάντερ. Κοντά στη Νίνα, η Χρυσούλα σπούδασε την τόλμη στα ζωηρά χρώματα αλλά και στη μορφή.
Αργότερα στη δική της σταδιοδρομία η σύνθεση, η φωτεινότητα και η παλέτα στα έργα της έδωσαν το δικό της προσωπικό στυλ.
Τα έργα της είναι κυρίως λάδια σε μουσαμά με χρήση σπάτουλας. Τα χρώματα παίζουν πάντα κυρίαρχο ρόλο με την έντασή τους ενώ όπου επιλέγεται σκοτεινό φόντο , είναι για να τονίσει την χρωματική έκρηξη του θέματος του έργου
Παράλληλα με την ελαιογραφία , έχει διδαχθεί ακουαρέλα και παστέλ καθώς και την τεχνική της αγιογραφίας και του ψηφιδωτού



Αλέκος Τσανανάς

Η Χρυσούλα γεννήθηκε στο Στρατώνι το 1952. Είναι παντρεμένη με τον δημοσιογράφο Άγγελο Κολοκοτρώνη και έχει δύο Θυγατέρες. Την Πωλίνα , δημοσιογράφο του Αντένα και την Δέσποινα πτυχιούχο της Ιατρικής Σχολής, Λάρισας Σήμερα ζει στη Θεσσαλονίκη
Από πολύ νεαρή ηλικία ασχολήθηκε επίμονα με την ζωγραφική και μάλιστα με την ελαιογραφία μιας και το ταλέντο της ήταν εμφανές.Αργότερα τελείωσε τις σπουδές της στη διακόσμηση .
Δασκάλα της υπήρξε η διακεκριμένη στην Ελλάδα και στο εξωτερικό επίσης Στρατωνίσια ζωγράφος Νίνα Χάντερ. Κοντά στη Νίνα, η Χρυσούλα σπούδασε την τόλμη στα ζωηρά χρώματα αλλά και στη μορφή.
Αργότερα στη δική της σταδιοδρομία η σύνθεση, η φωτεινότητα και η παλέτα στα έργα της έδωσαν το δικό της προσωπικό στυλ.
Τα έργα της είναι κυρίως λάδια σε μουσαμά με χρήση σπάτουλας. Τα χρώματα παίζουν πάντα κυρίαρχο ρόλο με την έντασή τους ενώ όπου επιλέγεται σκοτεινό φόντο , είναι για να τονίσει την χρωματική έκρηξη του θέματος του έργου
Παράλληλα με την ελαιογραφία , έχει διδαχθεί ακουαρέλα και παστέλ καθώς και την τεχνική της αγιογραφίας και του ψηφιδωτού

Με τα έργα της έχει λάβει μέρος σε δεκάδες ομαδικές και ατομικές εκθέσεις πανελλαδικά και έχει βραβευτεί επανειλημμένα .
Για την μακρά της παρουσία στα εικαστικά δρώμενα των Σερρών έχει βραβευτεί από την Νομαρχία Σερρών .
Έχει επίσης βραβευτεί για το συνολικό της πνευματικό έργο από το Σύλλογο Ελλήνων Λογοτεχνών και άλλους φορείς.
Η Χρυσούλα είναι μέλος του Συλλόγου Επαγγελματιών Ζωγράφων Θεσσαλονίκης εδώ και χρόνια .
Έργα της κοσμούν ιδιωτικές συλλογές , διάφορες δημόσιες και άλλες υπηρεσίες.Σημαντική είναι η συμμετοχή της σε εθελοντική προσφορά έργων της για την διαμόρφωση και διακόσμηση αιθουσών του νοσοκομείου ΑΧΕΠΑ στην Θεσσαλονίκη, ενώ έργα της και μάλιστα από τις πρώτες της δημιουργίες είχαν κοσμήσει την πρώην οικία Μποδοσάκη στο Στρατώνι.
Η Χρυσούλα σήμερα , ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη όπου συμμετέχει σε εκθέσεις ζωγραφικής της πόλης .
Για την μακρά της παρουσία στα εικαστικά δρώμενα των Σερρών έχει βραβευτεί από την Νομαρχία Σερρών .
Έχει επίσης βραβευτεί για το συνολικό της πνευματικό έργο από το Σύλλογο Ελλήνων Λογοτεχνών και άλλους φορείς.
Η Χρυσούλα είναι μέλος του Συλλόγου Επαγγελματιών Ζωγράφων Θεσσαλονίκης εδώ και χρόνια .
Έργα της κοσμούν ιδιωτικές συλλογές , διάφορες δημόσιες και άλλες υπηρεσίες.Σημαντική είναι η συμμετοχή της σε εθελοντική προσφορά έργων της για την διαμόρφωση και διακόσμηση αιθουσών του νοσοκομείου ΑΧΕΠΑ στην Θεσσαλονίκη, ενώ έργα της και μάλιστα από τις πρώτες της δημιουργίες είχαν κοσμήσει την πρώην οικία Μποδοσάκη στο Στρατώνι.
Η Χρυσούλα σήμερα , ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη όπου συμμετέχει σε εκθέσεις ζωγραφικής της πόλης .

Αλέκος Τσανανάς
Γιάννης Στυλιανίδης, ο ποιητής
3o από 3
Τελειώνουμε την περιδιάβασή μας στο ποιητικό έργο του Γιάννη Στυλιανίδη με λίγους στίχους από το ποίημά του «Μικρές παραινέσεις», τους οποίους απευθύνει στη νέα γενιά:
Μικρές παραινέσεις
Απόσπασμα
Νέοι και νέες του σχολειού
μη στρέφετε τα μάτια αλλού
ως που να δείτε πίσω μπρός
πάει ο καιρός!...
Χρόνο δεν έχετε μπροστά, μη χάνετ’ ευκαιρία
διαβάζετε και κάμνετε πράξη τη θεωρία.
Ο δρόμος ανηφορικός, πορεία πονεμένη…
αλλά στου λόφου την κορφή το γέρας σας προσμένει.
Τίποτε τ’ ακατόρθωτο σ’ όσους καλά ασκούνται!
Όλα του κόσμου τ’ αγαθά με κόπους αποκτιούνται.
Να είστε πάντα πρόθυμο, υπάκουοι, εργατικοί,
τίμιοι, φιλαληθείς, πράοι και λογικοί.
Να σέβεστε ειλικρινά αρχές, γονείς, δασκάλους,
όλους τους συνανθρώπους σας κι ο ένας σας τους άλλους.
Όταν κανείς δεν σέβεται τον ίδιο εαυτό του
έπειτα πως θα σεβαστεί και τον αντικρινό του;
Γίνετε το παράδειγμα και η χρυσή ελπίδα
για τους γονείς, για όλους μας, για τη φτωχή πατρίδα!
Αυτή ήταν μία μικρή επιλογή από το ποιητικό έργο του. Το σύνολο δείχνει ένα μυαλό δυνατό και προοδευτικό, μια δυνατή πένα, που επί δεκαετίες κατέγραφε με ποιητικό τρόπο προβλήματα και καταστάσεις του τόπου μας, δημοσιευμένες στην εφημερίδα «Ο Κόσμος των Μεταλλείων», την έκδοση της οποίας υποστήριξε με όλες του τις δυνάμεις.
Για του λόγου το αληθές:
«Στον Κόσμο των Μεταλλείων».
Την έκδοση σου χαιρετώ
και σε καλωσορίζω
κι’ άνευ πολλών σχολίων
επαίνους σου χαρίζω.
Σου εύχομαι ολόψυχα
να σταδιοδρομήσεις
και τις ψυχές και τις καρδιές
όλων να κατακτήσεις.
Η έκδοση σου ήτανε
έγκαιρος και αναγκαία
κι’ απ’ όλους χαιρετίσθηκε
σαν σκέψη και ιδέα.
Έχεις πολλές ατέλειες
βεβαίως και ελλείψεις
που με το χρόνο φυσικά
θα τις υπερκαλύψεις.
Να γίνεις περιοδικό
με δράσι και ζωντάνια
και ν’ αμιλλάται η κάθε μια
την άλλη σου καμπάνια
Να αντηχείς τις γνώμες μας,
τους πόθους, τις χαρές μας,
αλλά να συμμερίζεσαι
και τις καταδρομές μας
Τράβα γοργά το δρόμο σου
κι’ εμείς σ’ ακολουθούμε
το φλάμπουρο που σήκωσες
ψηλά ας το κρατούμε
Έτσι λοιπόν σε θέλουμε,
«Κόσμε των Μεταλλείων»
γόνιμο περιοδικό
έργων και μεγαλείων.
Της Δ. Στυλιανίδου- Φιλολόγου
Τελειώνουμε την περιδιάβασή μας στο ποιητικό έργο του Γιάννη Στυλιανίδη με λίγους στίχους από το ποίημά του «Μικρές παραινέσεις», τους οποίους απευθύνει στη νέα γενιά:
Μικρές παραινέσεις
Απόσπασμα
Νέοι και νέες του σχολειού
μη στρέφετε τα μάτια αλλού
ως που να δείτε πίσω μπρός
πάει ο καιρός!...
Χρόνο δεν έχετε μπροστά, μη χάνετ’ ευκαιρία
διαβάζετε και κάμνετε πράξη τη θεωρία.
Ο δρόμος ανηφορικός, πορεία πονεμένη…
αλλά στου λόφου την κορφή το γέρας σας προσμένει.
Τίποτε τ’ ακατόρθωτο σ’ όσους καλά ασκούνται!
Όλα του κόσμου τ’ αγαθά με κόπους αποκτιούνται.
Να είστε πάντα πρόθυμο, υπάκουοι, εργατικοί,
τίμιοι, φιλαληθείς, πράοι και λογικοί.
Να σέβεστε ειλικρινά αρχές, γονείς, δασκάλους,
όλους τους συνανθρώπους σας κι ο ένας σας τους άλλους.
Όταν κανείς δεν σέβεται τον ίδιο εαυτό του
έπειτα πως θα σεβαστεί και τον αντικρινό του;
Γίνετε το παράδειγμα και η χρυσή ελπίδα
για τους γονείς, για όλους μας, για τη φτωχή πατρίδα!
Αυτή ήταν μία μικρή επιλογή από το ποιητικό έργο του. Το σύνολο δείχνει ένα μυαλό δυνατό και προοδευτικό, μια δυνατή πένα, που επί δεκαετίες κατέγραφε με ποιητικό τρόπο προβλήματα και καταστάσεις του τόπου μας, δημοσιευμένες στην εφημερίδα «Ο Κόσμος των Μεταλλείων», την έκδοση της οποίας υποστήριξε με όλες του τις δυνάμεις.
Για του λόγου το αληθές:
«Στον Κόσμο των Μεταλλείων».
Την έκδοση σου χαιρετώ
και σε καλωσορίζω
κι’ άνευ πολλών σχολίων
επαίνους σου χαρίζω.
Σου εύχομαι ολόψυχα
να σταδιοδρομήσεις
και τις ψυχές και τις καρδιές
όλων να κατακτήσεις.
Η έκδοση σου ήτανε
έγκαιρος και αναγκαία
κι’ απ’ όλους χαιρετίσθηκε
σαν σκέψη και ιδέα.
Έχεις πολλές ατέλειες
βεβαίως και ελλείψεις
που με το χρόνο φυσικά
θα τις υπερκαλύψεις.
Να γίνεις περιοδικό
με δράσι και ζωντάνια
και ν’ αμιλλάται η κάθε μια
την άλλη σου καμπάνια
Να αντηχείς τις γνώμες μας,
τους πόθους, τις χαρές μας,
αλλά να συμμερίζεσαι
και τις καταδρομές μας
Τράβα γοργά το δρόμο σου
κι’ εμείς σ’ ακολουθούμε
το φλάμπουρο που σήκωσες
ψηλά ας το κρατούμε
Έτσι λοιπόν σε θέλουμε,
«Κόσμε των Μεταλλείων»
γόνιμο περιοδικό
έργων και μεγαλείων.
Της Δ. Στυλιανίδου- Φιλολόγου
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΜΙΚΡΟΥΣ ΜΑΣ ΦΙΛΟΥΣ
Η Παραμυθομαζώχτρα
Ο Χάρης και το μαγεμένο άλογο
Μια φορά κι έναν καιρό σ’ ένα μέρος μακρινό ζούσε μία οικογένεια με τρία παλικάρια. Ζούσαν φτωχικά με όσα τους έδινε ένα χωραφάκι με καλαμπόκι και λαχανικά. Την εποχή που θα μάζευαν τα καλαμπόκια είδαν τη νύχτα στο χωράφι τους ένα άγριο άσπρο άλογο να τα τρώει, να τρέχει πάνω κάτω φρουμάζοντας κι ύστερα να φεύγει καλπάζοντας.
Ο πατέρας θύμωσε πολύ κι έβαλε το βράδυ το μεγάλο του γιο να πάρει το τουφέκι και να το σκοτώσει.
Αλλά το παιδί κοιμήθηκε, όσο περίμενε, και το άλογο εμφανίστηκε και πάλι κι έκανε ζημιά.
Ο πατέρας τότε έστειλε το δεύτερο γιο του:
-Πρόσεξε, η σειρά σου να το σκοτώσεις, του είπε. Πήγε το παλικάρι, περίμενε, περίμενε, αλλά το άλογο δεν ερχόταν, οπότε αποκοιμήθηκε κι αυτό. Την ώρα εκείνη εμφανίστηκε το άγριο άλογο, τσαλαπάτησε, έφαγε, έκανε ζημιά και έφυγε…
Το τρίτο παλικάρι, ο Χάρης, πήγε κι είπε στον πατέρα του:
-Πατέρα, είμαι μικρότερος, αλλά θα πάω να το βρω και να το σκοτώσω. Δώσε μου το ντουφέκι.
Πήγε ο Χάρης στο χωράφι και βλέποντας μια μηλιά φορτωμένη μήλα, ανέβηκε στο δέντρο και περίμενε…
Και πράγματι, μέσα στην ασημένια νύχτα φάνηκε πάλι το πανέμορφο άγριο άλογο, σα νάρθε από το πουθενά, χλιμίντρισε, έφαγε απ’ τα μήλα που ήταν πεσμένα κάτω από το δέντρο κι ύστερα έτριψε την πλάτη του στον κορμό του.
Το δέντρο σείστηκε κι ο Χάρης βρήκε την ευκαιρία και γλίστρησε απαλά στη ράχη του ζώου, το καβαλίκεψε και το έπιασε απ’ τη χαίτη. Ποιος είδε το Θεό και δεν τον φοβήθηκε… Το άλογο αγρίεψε και σηκώθηκε στα δυο του πόδια. Τα ρουθούνια του έβγαζαν καπνούς και τα μάτια του πετούσαν σπίθες!
Ο Χάρης του μιλούσε γλυκά στ’ αυτί και το άλογο άρχισε να καλπάζει σαν αστραπή μακριά απ’ το χωριό και το χωράφι με τα καλαμπόκια… Κάποτε κουράστηκε, ηρέμησε και σταμάτησε κοντά σε μια μεγάλη πολιτεία. Εκεί χώρισαν, κατέβηκε ο Χάρης και το άλογο μίλησε με το δικό του τρόπο:
-Πάρε τρεις τρίχες απ’ τη ράχη μου. Δεν με σκότωσες, γι’ αυτό, όταν με χρειαστείς, να κάψεις μία τρίχα μου.
Ο Χάρης τις πήρε και πήγε να ζητήσει δουλειά σ’ ένα κήπο απέναντι απ’ το παλάτι του βασιλιά. Εκεί δούλευε σκληρά όλη τη μέρα. Ένα βράδυ πεθύμησε να δει το φίλο του, το άγριο άλογο, κι έκαψε την πρώτη τρίχα. Εκείνο ήρθε, το καβαλίκεψε κι απ’ τη χαρά τους έκαναν γυαλιά – καρφιά.
Ο επιστάτης μαστίγωσε το πρωί το νεαρό κι αν δεν έβγαινε στο παράθυρο η βασιλοπούλα, δεν θα σταματούσε.
Μετά από καιρό ο Χάρης έκαψε τη δεύτερη τρίχα. Ήρθε το άλογο, πάλι τα ίδια. Το πρωί νέο μαστίγωμα. Τότε η βασιλοπούλα δεν άντεξε:
-Πατέρα, αυτόν το νέο θέλω να παντρευτώ. Τον μαστιγώνουν γιατί έχει φιλία με ένα άγριο άλογο και δεν το σκοτώνει για τις ζημιές που κάνει.
Ο βασιλιάς θύμωσε. Παίρνει την κόρη του, την όμορφη Μαριάνθη και πηγαίνει στην αυλή του άρχοντα, που είχε τον κήπο.
-Τώρα θα του δείξω αυτού του νεαρού, είπε στην κόρη του.
Τότε ο Χάρης έκαψε κρυφά την τρίτη τρίχα! Στη στιγμή εμφανίστηκε το πανέμορφο άτι. Το καβαλίκεψε ο Χάρης κι αυτό στάθηκε στα δυο του πόδια και χλιμίντρισε. Τα μάτια του έβγαζαν σπίθες, τα ρουθούνια του καπνούς!
Ο βασιλιάς τάχασε κι έκανε δυο βήματα πίσω. Και το άλογο με τις μυστικές του δυνάμεις έδωσε στο βασιλιά να καταλάβει πως ο Χάρης θα είχε για πάντα τη μαγική προστασία του κι αφού αγάπησε τη γλυκιά και πονετική Μαριάνθη και τον αγάπησε κι αυτή, έπρεπε να συγκατανεύσει για την ένωσή τους.
Έτσι κι έγινε. Και ζούσαν και βασίλευαν κι όποτε περνούσα, με φίλευαν…
κατά κόσμον Ραλλιώ Στυλιανίδου - Μπαδέμα
Ο Χάρης και το μαγεμένο άλογο
Μια φορά κι έναν καιρό σ’ ένα μέρος μακρινό ζούσε μία οικογένεια με τρία παλικάρια. Ζούσαν φτωχικά με όσα τους έδινε ένα χωραφάκι με καλαμπόκι και λαχανικά. Την εποχή που θα μάζευαν τα καλαμπόκια είδαν τη νύχτα στο χωράφι τους ένα άγριο άσπρο άλογο να τα τρώει, να τρέχει πάνω κάτω φρουμάζοντας κι ύστερα να φεύγει καλπάζοντας.
Ο πατέρας θύμωσε πολύ κι έβαλε το βράδυ το μεγάλο του γιο να πάρει το τουφέκι και να το σκοτώσει.
Αλλά το παιδί κοιμήθηκε, όσο περίμενε, και το άλογο εμφανίστηκε και πάλι κι έκανε ζημιά.
Ο πατέρας τότε έστειλε το δεύτερο γιο του:
-Πρόσεξε, η σειρά σου να το σκοτώσεις, του είπε. Πήγε το παλικάρι, περίμενε, περίμενε, αλλά το άλογο δεν ερχόταν, οπότε αποκοιμήθηκε κι αυτό. Την ώρα εκείνη εμφανίστηκε το άγριο άλογο, τσαλαπάτησε, έφαγε, έκανε ζημιά και έφυγε…
Το τρίτο παλικάρι, ο Χάρης, πήγε κι είπε στον πατέρα του:
-Πατέρα, είμαι μικρότερος, αλλά θα πάω να το βρω και να το σκοτώσω. Δώσε μου το ντουφέκι.
Πήγε ο Χάρης στο χωράφι και βλέποντας μια μηλιά φορτωμένη μήλα, ανέβηκε στο δέντρο και περίμενε…
Και πράγματι, μέσα στην ασημένια νύχτα φάνηκε πάλι το πανέμορφο άγριο άλογο, σα νάρθε από το πουθενά, χλιμίντρισε, έφαγε απ’ τα μήλα που ήταν πεσμένα κάτω από το δέντρο κι ύστερα έτριψε την πλάτη του στον κορμό του.
Το δέντρο σείστηκε κι ο Χάρης βρήκε την ευκαιρία και γλίστρησε απαλά στη ράχη του ζώου, το καβαλίκεψε και το έπιασε απ’ τη χαίτη. Ποιος είδε το Θεό και δεν τον φοβήθηκε… Το άλογο αγρίεψε και σηκώθηκε στα δυο του πόδια. Τα ρουθούνια του έβγαζαν καπνούς και τα μάτια του πετούσαν σπίθες!
Ο Χάρης του μιλούσε γλυκά στ’ αυτί και το άλογο άρχισε να καλπάζει σαν αστραπή μακριά απ’ το χωριό και το χωράφι με τα καλαμπόκια… Κάποτε κουράστηκε, ηρέμησε και σταμάτησε κοντά σε μια μεγάλη πολιτεία. Εκεί χώρισαν, κατέβηκε ο Χάρης και το άλογο μίλησε με το δικό του τρόπο:
-Πάρε τρεις τρίχες απ’ τη ράχη μου. Δεν με σκότωσες, γι’ αυτό, όταν με χρειαστείς, να κάψεις μία τρίχα μου.
Ο Χάρης τις πήρε και πήγε να ζητήσει δουλειά σ’ ένα κήπο απέναντι απ’ το παλάτι του βασιλιά. Εκεί δούλευε σκληρά όλη τη μέρα. Ένα βράδυ πεθύμησε να δει το φίλο του, το άγριο άλογο, κι έκαψε την πρώτη τρίχα. Εκείνο ήρθε, το καβαλίκεψε κι απ’ τη χαρά τους έκαναν γυαλιά – καρφιά.
Ο επιστάτης μαστίγωσε το πρωί το νεαρό κι αν δεν έβγαινε στο παράθυρο η βασιλοπούλα, δεν θα σταματούσε.
Μετά από καιρό ο Χάρης έκαψε τη δεύτερη τρίχα. Ήρθε το άλογο, πάλι τα ίδια. Το πρωί νέο μαστίγωμα. Τότε η βασιλοπούλα δεν άντεξε:
-Πατέρα, αυτόν το νέο θέλω να παντρευτώ. Τον μαστιγώνουν γιατί έχει φιλία με ένα άγριο άλογο και δεν το σκοτώνει για τις ζημιές που κάνει.
Ο βασιλιάς θύμωσε. Παίρνει την κόρη του, την όμορφη Μαριάνθη και πηγαίνει στην αυλή του άρχοντα, που είχε τον κήπο.
-Τώρα θα του δείξω αυτού του νεαρού, είπε στην κόρη του.
Τότε ο Χάρης έκαψε κρυφά την τρίτη τρίχα! Στη στιγμή εμφανίστηκε το πανέμορφο άτι. Το καβαλίκεψε ο Χάρης κι αυτό στάθηκε στα δυο του πόδια και χλιμίντρισε. Τα μάτια του έβγαζαν σπίθες, τα ρουθούνια του καπνούς!
Ο βασιλιάς τάχασε κι έκανε δυο βήματα πίσω. Και το άλογο με τις μυστικές του δυνάμεις έδωσε στο βασιλιά να καταλάβει πως ο Χάρης θα είχε για πάντα τη μαγική προστασία του κι αφού αγάπησε τη γλυκιά και πονετική Μαριάνθη και τον αγάπησε κι αυτή, έπρεπε να συγκατανεύσει για την ένωσή τους.
Έτσι κι έγινε. Και ζούσαν και βασίλευαν κι όποτε περνούσα, με φίλευαν…
κατά κόσμον Ραλλιώ Στυλιανίδου - Μπαδέμα
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ, ΜΕΤΑΛΛΕΙΩΝ ΜΠΑΛΙΑΣ – ΜΙΚΡΑΣ ΑΣΙΑΣ
Υπάρχει κοινή ιστορία των μεταλλείων της Μπάλιας με αυτά του Στρατωνίου και του Λαυρίου μέχρι τα μέσα του 1890 . Πολλών οι παππούδες δούλεψαν και χτίσαν τις οικογένειές τους σ’εκείνο τον τόπο. Στη τέχνη που έμαθαν και ασκούσανε εκεί, ίσως να οφείλεται και η αποκατάστασή τους στο Στρατώνι στις εδώ μεταλλευτικές δραστηριότητες και γιατί όχι και η επιβίωσή τους μετά την Μικρασιατική καταστροφή.Αυτά και πολλά άλλα θα ακουστούν στο
ΜΠΑΛΙΩΤΙΚΟ ΑΝΤΑΜΩΜΑ Το Σάββατο 7 Ιουνίου 2008 . Εισηγητές θα είναι οι κκ.Φαίδων Παπαθεοδώρου και Κυριάκος Χατζηκυριακίδης Θα ακολουθήσει συνεστίαση γι’αυτό παρακαλούμε να δηλώσετε τη συμμετοχή σας στο τηλέφωνο 6974100647 ( Γ. Σακαλής – Πρόεδρος Συλλόγου Πολιτισμού Στρατωνίου)
Οι παρακάτω φωτογραφίες είναι ό,τι έχει απομείνει από το τότε μεταλλείο όταν εγκαταλείφθηκε περίπου το 1935 και αφορούν το εργοστάσιο επίπλευσης. Οι παλιότεροι θα προσέξουν το κοινό τρόπο δόμησης των κτιρίων στη Μπάλια και το Στρατώνι .
Η έκπληξη
Θα ήταν τέλη Απριλίου με αρχές Μαΐου, απ’ όσο θυμάμαι, όταν αποφασίσαμε από βραδύς την Παρασκευή, να φύγουμε για το εξοχικό μας, που είναι στον Μπαξέ, όλοι μαζί οικογενειακώς. Ο Τάκης ο γαμπρός μου, η Μαριάνθη η κόρη μας, η γυναίκα μου η κυρά-Σμαρώ, και εγώ. Τα εγγόνια μας ο Δήμος και ο Ιωσήφ είναι ζήτημα αν θα ερχότανε μαζί μας, διότι είχαν … άλλες ασχολίες. Αυτές τις διήμερες εκδρομές τις συνηθίζαμε κάθε Σαββατοκύριακο όταν μπαίναμε στην Άνοιξη, μέχρι βέβαια να εγκατασταθούμε μονίμως για το καλοκαίρι.
Ξυπνήσαμε το Σάββατο πολύ πρωί, όλο χαρά και καλή διάθεση, ετοιμάσαμε όλα τα σχετικά εφόδια, από τρόφιμα και άλλα σχετικά, για τις ανάγκες αυτής της εξόδου, και ξεκινήσαμε με τα δύο αυτοκίνητα που διαθέταμε, για το χωριό.
Με ευχάριστη τη διαδρομή, εκτός ολίγων παρατράγουδων, λόγω μαζικής εξόδου όλων των Θεσσαλονικέων, με γέλιο, με τραγούδι, και χαριτολογώντας, φτάσαμε στο εξοχικό μας. Παρόλο ότι είμαστε εφοδιασμένοι με τα απαραίτητα είδη διατροφής (καλού-κακού), υπολογίζαμε και στην επιτυχία του ψαρέματος. Γιατί είχαμε και αυτόν τον προορισμό.
Εφοδιασμένοι λοιπόν με τα απαραίτητα εργαλεία, ως ερασιτέχνες ψαράδες, εγώ προσωπικά είχα στη διάθεσή μου γι’ αυτόν τον σκοπό, μία βάρκα πλαστική πέντε μέτρων, μία εξωλέμβια μηχανή είκοσι θαλασσίων ίππων και το απαραίτητο τρέιλερ, όπου τοποθετούσα τη βάρκα επάνω σ’ αυτό και όλο αυτό το συγκρότημα το συνέδεα σε ένα άγκιστρο (κοτσαδόρο) που είχα βάλει στο αμάξι. Δηλαδή καθ’ όλα οργανωμένος.Όλο το Σάββατο το περάσαμε, αρχίζοντας από το πρωί με τους σχετικούς καφέδες, τους φραπέδες και το ψιλοφάι.
Το μεσημέρι με τα σαλατικά και τις «πανσέτες» που τις έψησε στην ψησταριά ο Τάκης ο γαμπρός μου, που είναι μάστορας σ’ αυτά, διαλαλώντας έτσι για «πλακίτσα» εις «επήκοον» όλων των παρευρισκομένων:
-Ε! ρε πώ-πώ τι έχω σήμερα!
Το βραδάκι πάλι παρέα όλοι μαζί, είχαμε καλέσει εν τω μεταξύ και τους συγγενείς γείτονές μας (που μας χώριζε ένας συρμάτινος φράχτης) να πιούμε ένα … ουζάκι κατά το κοινώς λεγόμενο. Ο μπατζανάκης μου ο Δημητρός με τη γυναίκα του την Άννα και το γιό τους το Γιώργο, με τη γυναίκα του τη Μενεξούδα. Εκείνο όμως δεν ήταν ουζάκι αλλά το … μεγάλο φαγοπότι. Τρώγοντας και πίνοντας αρχίσαμε να μιλάμε, φέρνοντας τη συζήτηση γύρω από το αυριανό κυριακάτικο ψάρεμα.
-Εγώ λέει η κυρά-Σμαρώ, να μην πάτε, γιατί ο καιρός δεν είναι τόσο σταθερός
-Ναι, λέει και η Μαριάνθη , η κόρη μας. Μην πηγαίνετε καλέ μπαμπά, γιατί θα έρθετε με άδεια χέρια. Δεν θα κάνετε τίποτα.
-Εγώ λέω να πάω, είπα, έτσι για να ικανοποιήσω το μεράκι μου, κι ας μην φέρουμε τίποτα.
-Θα’ρθω κι εγώ μαζί σου θείο πετάχτηκε ο ανεψιός μου ο Γιώργος,
-Εντάξει, ανεψιέ θα πάμε. Κι άσε αυτές να φέρουν τις αντιρρήσεις τους. Πολύ πρωί λοιπόν και πριν ακόμη καλά-καλά ξημερώσει, ο θεός την ημέρα, ξυπνάμε, ντυνόμαστε κατάλληλα, ετοιμάζουμε τη βάρκα, τις πετονιές, την άγκυρα, τα σχοινιά, το νερό και το πρωινό«κολατσιό», κοτσάρουμε τη βάρκα με το τρέιλερ στον κοτσαδάρο του αμαξιού μου και βάλαμε πλώρη για τη θάλασσα. Ρίξαμε τη βάρκα στο νερό, βάζω εμπρός τη μηχανή, φουλάρω τα γκάζια, ξεκινώντας ολοταχώς με μουγκρητό αρμενίσαμε για το πέλαγος, ξέροντας περίπου, που είναιτα περάσματα των ψαριών, από σκουμπριά κυρίως και σαυρίδια σ’ εκείνη τη θαλάσσια περιοχή.
Εδώ να κάμω μια γνωστοποίηση, για το είδος της πετονιάς που χρησιμοποιούμε. Σ’ αυτό το είδος ψαρέματος στον «αφρό», υπάρχει μια ειδική πετονιά, πολυάγκιστρη, που λέγεται τσαπαρί. Αποτελείται από πλαστική κλωστή, μήκος εκατό μέτρων, που στην άκρη καταλήγει σε δώδεκα αγκίστρια με φτερά, στο κάθε αγκίστρι, από γλάρο συνήθως, δεμένα με κόκκινη κλωστή, όπου στο τέλος καταλήγει σε ένα μεγάλο βαρίδιο.
Έτσι, μ’ αυτόν τον τρόπο, ξεγελάμε τα ψάρια (που αν ήταν έξυπνα, δεν θα τρώγαμε ούτε λέπι) νομίζοντας ότι είναι κάτι που τρώγεται, που ορμούν σαν τρελά και «τρώνε» το δόλωμα.
Ρίξαμε ο καθένας το δικό του τσαπαρί και με έντεχνο τρόπο, πάνω-κάτω, αρχίζοντας από τον αφρό, μέχρι τον πάτο, δουλεύαμε τα εργαλεία και όπου μας πήγαιναν τα ρεύματα της θάλασσας. Στην αρχή 4 ή 5 λεπτά περίπου της ώρας, δεν… τσιμπούσε. Όταν ξαφνικά αισθάνομαι να ταράζει το χέρι μου ένα «γκάπ» και σταμάτησε το τσαπαρί μου, σχεδόν πάνω στον αφρό. Τι είχε συμβεί; Να! Πέρασε ένα κοπάδι σκουμπριά, ορμήσανε σαν λυσσασμένα πάνω στα ψευτοδολώματα και πιάστηκαν. Και τα 12 αγκίστρια γέμισαν ψάρια. Την ίδια σχεδόν στιγμή, ο Γιώργος «γέμιζε» το δικό του. Τα σηκώσαμε με πολύ κόπο, γιατί ήταν βαριά τα …άτιμα. Ξαγκιστρώσαμε, τα βάλαμε στον κουβά και ξαναρίξαμε για δεύτερη και τρίτη φορά. Ξαναγέμισαν.
Ρίχνοντας κατ’ επανάληψη κι άλλες φορές (το κοπάδι ήταν κάτω από τη βάρκα και δεν έφευγε, γιατί βρήκε… καλή τροφή), είχαμε γεμίσει δύο μεγάλους κουβάδες με μεγάλα σκουμπριά! Ζήτημα να ψαρέψαμε μισή ώρα, αλλά σταθήκαμε πολύ τυχεροί. Ήταν ρίξε-βγάλε.
Να μην τα πολυλογώ, αφού κάναμε την … καλή μας, βάζω μπρος τη μηχανή και φουλ ολοταχώς για τη στεριάΠλησιάζαμε προς την ακτή, σε. αρκετή… οπτική εμβέλεια, ώστε να μπορούμε να διακρίνουμε πρόσωπα και πράγματα, αρμενίζαμε παράλληλα με την αιγιαλίτιδα ζώνη.
Φτάσαμε στη στεριά. Βγάζουμε τη βάρκα έξω, κοτσάρουμε το τρέιλερ με τη βάρκα στον κοτσαδόρο του αμαξιού και ξεκινήσαμε όλο ικανοποίηση για το απροσδόκητο γεγονός, στο σπίτι. Ήταν δεν ήταν εννέα η ώρα το πρωί.
Τα… παιδιά είχαν ξυπνήσει εν τω μεταξύ και πίνανε αρειμανίως τα καφεδάκια τους. Τα παράτησαν και έτρεξαν να μας υποδεχθούν όλο περιέργεια, με ένα μειδίαμα κάπως ειρωνικό, γιατί ήξεραν συνήθως, όταν γυρνάμε από τη θάλασσα τέτοια ώρα, δεν βγάζουμε ούτε λέπι. Και ερχόμαστε πολλές φορές με άδεια χέρια.
-Λοιπόν τι κάνατε; Είπε κάπως κοροϊδευτικά η κυρά-Σμαρώ, που έτρεξε πρώτη να μας υποδεχθεί. Φέρατε ψάρια;
-Α μπα, τίποτε, είπε ο Γιώργος απαθέστατα.
-Δηλαδή τι; Έκανε η Μαριάνθη που έτρεξε ακολουθώντας τη μαμά της.
-Όταν λέω τίποτα, τίποτα! Επανέλαβε ο Γιώργος με έμφαση.
-Αμ δεν σας τα είπα εγώ; Αλλά εσείς δεν μας ακούσατε. Τσάμπα ταλαιπωρηθήκατε, ξαναείπε η κυρά – Σμαρώ.
Ο Γιώργος εν τω μεταξύ, άρχισε να κατεβάζει τα πράγματα από την βάρκα και μαζί μ’ όλα αυτά και δύο κουβάδες σκεπασμένους με πετσέτες, αφήνοντας τους μπροστά στην αυλόπορτα του κήπου.
-Τι είν’ αυτά; Έκανε απορημένη η κυρά-Σμαρώ. Για να δω; Και μόλις ξεσκεπάζει τους δύο κουβάδες, έμεινε άγαλμα με το στόμα ανοιχτό. Δεν πίστευε στα μάτια της, απ’ αυτό που έβλεπε. Δύο κουβάδες γεμάτους με μεγάλα σκουμπριά!
-Ρε θηρία, πως τα καταφέρατε έτσι; Και η ώρα είναι ακόμη εννέα. Εγώ νόμιζα για να έλθετε τόσο νωρίς, ότι θα ερχόσασταν άπραγοι.
Βεβαίως, το τι επακολούθησε, περιττό να σας περιγράψω! Όπως καταλαβαίνετε βέβαια, αντί άλλου φαγητού που είχαν προετοιμάσει οι γυναίκες για σιγουριά, φάγαμε τα φρέσκα ψάρια εκείνη την Κυριακή, ψητά, όπως ξέρει να τα ψήνει ο γαμπρός μου ο Τάκης.
Ιωσήφ Εμμ. Φραντζεσκάκης
Ξυπνήσαμε το Σάββατο πολύ πρωί, όλο χαρά και καλή διάθεση, ετοιμάσαμε όλα τα σχετικά εφόδια, από τρόφιμα και άλλα σχετικά, για τις ανάγκες αυτής της εξόδου, και ξεκινήσαμε με τα δύο αυτοκίνητα που διαθέταμε, για το χωριό.
Με ευχάριστη τη διαδρομή, εκτός ολίγων παρατράγουδων, λόγω μαζικής εξόδου όλων των Θεσσαλονικέων, με γέλιο, με τραγούδι, και χαριτολογώντας, φτάσαμε στο εξοχικό μας. Παρόλο ότι είμαστε εφοδιασμένοι με τα απαραίτητα είδη διατροφής (καλού-κακού), υπολογίζαμε και στην επιτυχία του ψαρέματος. Γιατί είχαμε και αυτόν τον προορισμό.
Εφοδιασμένοι λοιπόν με τα απαραίτητα εργαλεία, ως ερασιτέχνες ψαράδες, εγώ προσωπικά είχα στη διάθεσή μου γι’ αυτόν τον σκοπό, μία βάρκα πλαστική πέντε μέτρων, μία εξωλέμβια μηχανή είκοσι θαλασσίων ίππων και το απαραίτητο τρέιλερ, όπου τοποθετούσα τη βάρκα επάνω σ’ αυτό και όλο αυτό το συγκρότημα το συνέδεα σε ένα άγκιστρο (κοτσαδόρο) που είχα βάλει στο αμάξι. Δηλαδή καθ’ όλα οργανωμένος.Όλο το Σάββατο το περάσαμε, αρχίζοντας από το πρωί με τους σχετικούς καφέδες, τους φραπέδες και το ψιλοφάι.
Το μεσημέρι με τα σαλατικά και τις «πανσέτες» που τις έψησε στην ψησταριά ο Τάκης ο γαμπρός μου, που είναι μάστορας σ’ αυτά, διαλαλώντας έτσι για «πλακίτσα» εις «επήκοον» όλων των παρευρισκομένων:
-Ε! ρε πώ-πώ τι έχω σήμερα!
Το βραδάκι πάλι παρέα όλοι μαζί, είχαμε καλέσει εν τω μεταξύ και τους συγγενείς γείτονές μας (που μας χώριζε ένας συρμάτινος φράχτης) να πιούμε ένα … ουζάκι κατά το κοινώς λεγόμενο. Ο μπατζανάκης μου ο Δημητρός με τη γυναίκα του την Άννα και το γιό τους το Γιώργο, με τη γυναίκα του τη Μενεξούδα. Εκείνο όμως δεν ήταν ουζάκι αλλά το … μεγάλο φαγοπότι. Τρώγοντας και πίνοντας αρχίσαμε να μιλάμε, φέρνοντας τη συζήτηση γύρω από το αυριανό κυριακάτικο ψάρεμα.
-Εγώ λέει η κυρά-Σμαρώ, να μην πάτε, γιατί ο καιρός δεν είναι τόσο σταθερός
-Ναι, λέει και η Μαριάνθη , η κόρη μας. Μην πηγαίνετε καλέ μπαμπά, γιατί θα έρθετε με άδεια χέρια. Δεν θα κάνετε τίποτα.
-Εγώ λέω να πάω, είπα, έτσι για να ικανοποιήσω το μεράκι μου, κι ας μην φέρουμε τίποτα.
-Θα’ρθω κι εγώ μαζί σου θείο πετάχτηκε ο ανεψιός μου ο Γιώργος,
-Εντάξει, ανεψιέ θα πάμε. Κι άσε αυτές να φέρουν τις αντιρρήσεις τους. Πολύ πρωί λοιπόν και πριν ακόμη καλά-καλά ξημερώσει, ο θεός την ημέρα, ξυπνάμε, ντυνόμαστε κατάλληλα, ετοιμάζουμε τη βάρκα, τις πετονιές, την άγκυρα, τα σχοινιά, το νερό και το πρωινό«κολατσιό», κοτσάρουμε τη βάρκα με το τρέιλερ στον κοτσαδάρο του αμαξιού μου και βάλαμε πλώρη για τη θάλασσα. Ρίξαμε τη βάρκα στο νερό, βάζω εμπρός τη μηχανή, φουλάρω τα γκάζια, ξεκινώντας ολοταχώς με μουγκρητό αρμενίσαμε για το πέλαγος, ξέροντας περίπου, που είναιτα περάσματα των ψαριών, από σκουμπριά κυρίως και σαυρίδια σ’ εκείνη τη θαλάσσια περιοχή.
Εδώ να κάμω μια γνωστοποίηση, για το είδος της πετονιάς που χρησιμοποιούμε. Σ’ αυτό το είδος ψαρέματος στον «αφρό», υπάρχει μια ειδική πετονιά, πολυάγκιστρη, που λέγεται τσαπαρί. Αποτελείται από πλαστική κλωστή, μήκος εκατό μέτρων, που στην άκρη καταλήγει σε δώδεκα αγκίστρια με φτερά, στο κάθε αγκίστρι, από γλάρο συνήθως, δεμένα με κόκκινη κλωστή, όπου στο τέλος καταλήγει σε ένα μεγάλο βαρίδιο.
Έτσι, μ’ αυτόν τον τρόπο, ξεγελάμε τα ψάρια (που αν ήταν έξυπνα, δεν θα τρώγαμε ούτε λέπι) νομίζοντας ότι είναι κάτι που τρώγεται, που ορμούν σαν τρελά και «τρώνε» το δόλωμα.
Ρίξαμε ο καθένας το δικό του τσαπαρί και με έντεχνο τρόπο, πάνω-κάτω, αρχίζοντας από τον αφρό, μέχρι τον πάτο, δουλεύαμε τα εργαλεία και όπου μας πήγαιναν τα ρεύματα της θάλασσας. Στην αρχή 4 ή 5 λεπτά περίπου της ώρας, δεν… τσιμπούσε. Όταν ξαφνικά αισθάνομαι να ταράζει το χέρι μου ένα «γκάπ» και σταμάτησε το τσαπαρί μου, σχεδόν πάνω στον αφρό. Τι είχε συμβεί; Να! Πέρασε ένα κοπάδι σκουμπριά, ορμήσανε σαν λυσσασμένα πάνω στα ψευτοδολώματα και πιάστηκαν. Και τα 12 αγκίστρια γέμισαν ψάρια. Την ίδια σχεδόν στιγμή, ο Γιώργος «γέμιζε» το δικό του. Τα σηκώσαμε με πολύ κόπο, γιατί ήταν βαριά τα …άτιμα. Ξαγκιστρώσαμε, τα βάλαμε στον κουβά και ξαναρίξαμε για δεύτερη και τρίτη φορά. Ξαναγέμισαν.
Ρίχνοντας κατ’ επανάληψη κι άλλες φορές (το κοπάδι ήταν κάτω από τη βάρκα και δεν έφευγε, γιατί βρήκε… καλή τροφή), είχαμε γεμίσει δύο μεγάλους κουβάδες με μεγάλα σκουμπριά! Ζήτημα να ψαρέψαμε μισή ώρα, αλλά σταθήκαμε πολύ τυχεροί. Ήταν ρίξε-βγάλε.
Να μην τα πολυλογώ, αφού κάναμε την … καλή μας, βάζω μπρος τη μηχανή και φουλ ολοταχώς για τη στεριάΠλησιάζαμε προς την ακτή, σε. αρκετή… οπτική εμβέλεια, ώστε να μπορούμε να διακρίνουμε πρόσωπα και πράγματα, αρμενίζαμε παράλληλα με την αιγιαλίτιδα ζώνη.
Φτάσαμε στη στεριά. Βγάζουμε τη βάρκα έξω, κοτσάρουμε το τρέιλερ με τη βάρκα στον κοτσαδόρο του αμαξιού και ξεκινήσαμε όλο ικανοποίηση για το απροσδόκητο γεγονός, στο σπίτι. Ήταν δεν ήταν εννέα η ώρα το πρωί.
Τα… παιδιά είχαν ξυπνήσει εν τω μεταξύ και πίνανε αρειμανίως τα καφεδάκια τους. Τα παράτησαν και έτρεξαν να μας υποδεχθούν όλο περιέργεια, με ένα μειδίαμα κάπως ειρωνικό, γιατί ήξεραν συνήθως, όταν γυρνάμε από τη θάλασσα τέτοια ώρα, δεν βγάζουμε ούτε λέπι. Και ερχόμαστε πολλές φορές με άδεια χέρια.
-Λοιπόν τι κάνατε; Είπε κάπως κοροϊδευτικά η κυρά-Σμαρώ, που έτρεξε πρώτη να μας υποδεχθεί. Φέρατε ψάρια;
-Α μπα, τίποτε, είπε ο Γιώργος απαθέστατα.
-Δηλαδή τι; Έκανε η Μαριάνθη που έτρεξε ακολουθώντας τη μαμά της.
-Όταν λέω τίποτα, τίποτα! Επανέλαβε ο Γιώργος με έμφαση.
-Αμ δεν σας τα είπα εγώ; Αλλά εσείς δεν μας ακούσατε. Τσάμπα ταλαιπωρηθήκατε, ξαναείπε η κυρά – Σμαρώ.
Ο Γιώργος εν τω μεταξύ, άρχισε να κατεβάζει τα πράγματα από την βάρκα και μαζί μ’ όλα αυτά και δύο κουβάδες σκεπασμένους με πετσέτες, αφήνοντας τους μπροστά στην αυλόπορτα του κήπου.
-Τι είν’ αυτά; Έκανε απορημένη η κυρά-Σμαρώ. Για να δω; Και μόλις ξεσκεπάζει τους δύο κουβάδες, έμεινε άγαλμα με το στόμα ανοιχτό. Δεν πίστευε στα μάτια της, απ’ αυτό που έβλεπε. Δύο κουβάδες γεμάτους με μεγάλα σκουμπριά!
-Ρε θηρία, πως τα καταφέρατε έτσι; Και η ώρα είναι ακόμη εννέα. Εγώ νόμιζα για να έλθετε τόσο νωρίς, ότι θα ερχόσασταν άπραγοι.
Βεβαίως, το τι επακολούθησε, περιττό να σας περιγράψω! Όπως καταλαβαίνετε βέβαια, αντί άλλου φαγητού που είχαν προετοιμάσει οι γυναίκες για σιγουριά, φάγαμε τα φρέσκα ψάρια εκείνη την Κυριακή, ψητά, όπως ξέρει να τα ψήνει ο γαμπρός μου ο Τάκης.
Ιωσήφ Εμμ. Φραντζεσκάκης
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
