Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2009

Από τον ΣΥΛΛΟΓΟ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΣΤΡΑΤΩΝΙΟΥ

«ΣΤΡΑΤΩΝΙΣΙΑ ΜΑΓΕΙΡΕΜΑΤΑ»

Ο Σύλλογος Γυναικών Στρατωνίου σας προσκαλεί σε ένα πρωτότυπο γευστικό ταξίδι από την Μικρά Ασία μέχρι την Χαλκιδική, μέσα από την έκδοση ενός βιβλίου με τίτλο «Στρατωνίσια Μαγειρέματα».
Περιμένουμε τις συνταγές σας ή ακόμα και φωτογραφίες.
Η κατάθεση θα γίνεται στα γραφεία του Συλλόγου κάθε Τετάρτη & Παρασκευή μέχρι την Παρασκευή 31-7-2009.
Το βιβλίο αυτό θα αφορά όλους εκείνους που νοσταλγούν την εποχή που η κουζίνα ήταν το κέντρο και η ψυχή του σπιτιού, που αναζητούν τη ζεστή, ανθρώπινη επαφή και τη χαμένη τελετουργία του φαγητού.
Με τιμή,
Το Δ.Σ. του Συλλόγου




Με επιλεγμένη φωτογραφία, αυτή του χορευτικού τμήματος του Συλλόγου Γυναικών Στρατωνίου να χορεύει τον καγγιλευτό , σχολιάζει ο Σωτήρης Μπέκας το νέο ετήσιο ραντεβού Τοπική Αυτοδιοίκηση και Λαϊκός Πολιτισμός στο τεύχος 159 , Μαρτίου 2009 του περιοδικού ΔΙΦΩΝΟ.

ΤΑΞΙΔΙΩΤΙΚΟΙ ΠΡΟΟΡΙΣΜΟΙ ΑΠΟ ΤΟΝ Σ.Π.Σ.

Ρώμη

Η Ρώμη -η οποία μαζί με την Αρχαία Ελλάδα έθεσε τα θεμέλια του σύγχρονου ευρωπαϊκού πολιτισμού- εκτός από τον πρωταγωνιστικό της ρόλο στην πολιτική και στρατιωτική ιστορία του κόσμου συνέβαλε αποφασιστικά και στην πνευματική του πορεία. Αντλώντας αενάως από τις ελληνικές πηγές, καλλιέργησε τόσο τη θεωρία όσο και την πράξη σε κάθε περιοχή της ανθρώπινης δραστηριότητας: στο λόγο και τη σκέψη, τη λογοτεχνία και τις καλές τέχνες, το δίκαιο και τη φιλοσοφία, την παιδεία και τη θρησκεία, την οικονομία και την αρχιτεκτονική, τις θεωρητικές και τις θετικές επιστήμες. Χωρίς τη Ρώμη θα είχε μείνει η Ελλάδα αναξιοποίητη και η Ευρώπη απαίδευτη.
Σύμφωνα με τη μυθολογία ο Ρωμύλος θεμελίωσε τη Ρώμη στον Παλατίνο Λόφο στις 21 Απριλίου 753 π.Χ.. Στη συνέχεια σκότωσε το δίδυμο αδελφό του Ρώμο και έγινε ο πρώτος βασιλιάς της. Άλλος μύθος θέλει τον ευγενή Αινεία από τη Τροία, ο οποίος έφυγε όταν καταστράφηκε η Τροία στον Τρωικό πόλεμο, να είναι ιδρυτής της Ρώμης αλλά αυτός ο μύθος επινοήθηκε από τους Ρωμαίους συγκλητικούς όταν η Ρώμη έγινε αυτοκρατορία και ήθελα να είναι μια πολιτική συνέχεια μιας άλλης μεγάλης πόλης. Αρχαιολογικά ευρήματα επιβεβαιώνουν την ύπαρξη οικισμών στην περιοχή ήδη από τον 8ο αιώνα π.Χ. Η Ρώμη ήταν η πρωτεύουσα διαδοχικά στο Ρωμαϊκό Βασίλειο, τη Ρωμαϊκή Δημοκρατία και τελικά τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Στην ακμή της η επιρροή της επεκτεινόταν σχεδόν σε όλη την Ευρώπη και τις ακτές της Μεσογείου, ενώ ο πληθυσμός της υπολογίζεται ότι ξεπέρασε το ένα εκατομμύριο. Με την μετάβαση στο Χριστιανισμό απέκτησε και θρησκευτική σημασία και καθιερώθηκε ως η έδρα της Καθολικής Εκκλησίας. Μετά την πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας η πόλη παράκμασε και ο πληθυσμός μειώθηκε αισθητά. Στην περίοδο της Αναγέννησης δεν είχε πια την πολιτική ισχύ του παρελθόντος, γνώρισε όμως πολιτιστική και καλλιτεχνική ανάπτυξη λόγω της παρουσίας του Πάπα. Το 1871 έγινε η πρωτεύουσα της ενοποιημένης Ιταλίας. Τον 20ο αιώνα και ιδιαίτερα μετά το 2ο παγκόσμιο πόλεμο ο πληθυσμός αυξήθηκε σημαντικά και σήμερα η ευρύτερη μητροπολιτική περιοχή έχει πάνω από 5 εκατομμύρια κατοίκους. Ρώμη… Η Αιώνια Πόλη!!!
ΤΙ ΕΙΔΑΜΕ
Φεύγοντας από μια πόλη σαν τη Ρώμη, σκεφτήκαμε όλα όσα δεν προλάβαμε να δούμε… και δεν είναι λίγα! Το ιστορικό κέντρο της Ρώμης είναι ένας ενιαίος αρχαιολογικός χώρος με μνημεία από πολλές διάφορες ιστορικές περιόδους (αρχαιότητα, Μεσαίωνας, Αναγέννηση και μεταγενέστερα). Η ΟΥΝΕΣΚΟ το έχει ανακηρύξει μνημείο παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς. Ως τέτοιο μνημείο αναγνωρίζεται επίσης και το Βατικανό.
ΚΟΛΟΣΣΑΙΟ
Το Κολοσσαίο άρχισε να κατασκευάζεται στην εποχή του Βεσπασιανού το 72 μ.Χ., συνεχίστηκε την εποχή του Τίτου και τέλειωσε όταν ήταν αυτοκράτορας ο Δομιτιανός. Ονομαζόταν αμφιθέατρο των Φλαβίων, απ' το όνομα της δυναστείας των αυτοκρατόρων που το έκτισαν. Για να κατασκευαστεί, εργάστηκαν χιλιάδες Ιουδαίοι αιχμάλωτοι που είχαν συλληφθεί από τον Τίτο μετά την καταστροφή των Ιεροσολύμων. Μπορούσε να χωρέσει 45.000 θεατές και είχε σχήμα έλλειψης με περιφέρεια 524 μέτρων. Το ύφος του έφτανε τα 48 μέτρα και είχε 4 ορόφους. Από αυτούς, οι τρεις πρώτοι είχαν αψίδες και ο 4ος 40 παράθυρα. Πάνω από τον 4ο όροφο υπήρχε στοά. Το εσωτερικό του Κολοσσαίου ήταν χωρισμένο σε κερκίδες, ενώ στο κέντρο του είχε κονίστρα που χωριζόταν από τις κερκίδες με ένα ψηλό βάθρο. Κάτω από την κονίστρα βρίσκονταν τα υπόγεια. Το Κολοσσαίο έμεινε θρυλικό ως το κέντρο των αιμοχαρών θεαμάτων που απολάμβανε η ρωμαϊκή αυλή στην εποχή της παρακμής της. Η ορχήστρα είχε διαμορφωθεί κατάλληλα για να πραγματοποιούνται ναυμαχίες, μονομαχίες και θηριομαχίες τις οποίες χρηματοδοτούσαν οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες. Εκεί γίνονταν επίσης μαρτύρια χριστιανών.
Το Πάνθεον της Ρώμης
(ένα από τα καλύτερα διατηρημένα κτίρια της αρχαιότητας) ναός αφιερωμένος στους Ολύμπιους Θεούς.
Τον ναό ανέγειρε Μάρκος Βιψάνιος Αγρίππας, γαμπρός και σύμβουλος του αυτοκράτορα Αυγούστου. Ο ναός έχει υποστεί πολλές αλλαγές και έχει πάρει την σημερινή του μορφή από τον Ανδριανό. Το Πάνθεον είναι ένας τεράστιος κυκλικός ναός. Η διάμετρος της αίθουσας αγγίζει τα 43,30 μέτρα και είναι ίση με το μέγιστο ύψος του ναού, έτσι ώστε στο εσωτερικό του να χωράει μια μπάλα με τις διαστάσεις αυτές. Στην πρόσοψη του ναού υπάρχουν 16 κίονες από αιγυπτιακό γρανίτη. Στο επιστύλιο υπάρχει επιγραφή αφιερωμένη στον ιδρυτή του ναού, τον Αγρίππα. Το μεγαλύτερο μέρος του ναού καλύπτεται από χαλκό, ο οποίος αναιρέθηκε από τον πάπα Ουρβανό VIII και στην συνέχεια δόθηκε στον Μπερνίνι για να τον χρησιμοποιήσει στον ναό του Άγιου Πέτρου στο Βατικανό.

Η Ρωμαϊκή Αγορά (Forum Romanum)
Το κέντρο των δραστηριοτήτων της πόλης την εποχή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Η Ρωμαϊκή Αγορά, χωρίς οποιαδήποτε αμφιβολία, είναι μοναδική. Όχι μόνο λόγω της αρχιτεκτονικής μορφής της, αλλά ειδικά λόγω της πολιτιστικής και ιστορικής σημασίας της. Πρόκειται για την κεντρική περιοχή, γύρω από την οποία αναπτύχθηκε ο Ρωμαϊκός πολιτισμός. Εδώ βρίσκονται οι παλαιότερες και σημαντικότερες δομές της αρχαίας πόλης. Το κέντρο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, η έδρα της Συγκλήτου, το διοικητικό, οικονομικό, θρησκευτικό και νομικό κέντρο όλης της λεκάνης της Μεσογείου για αιώνες.

Εδώ θα δείτε τους ναούς του Κρόνου, των Κάστορα και Πολυδεύκη, της Εστίας, τις Αψίδες του Σεπτίμιου Σεβήρου, του Τιβέριου, του Τίτου και του Αύγουστου, τις Βασιλικές Αιμίλια, Μαξεντίου και Κωνσταντίνου κ.ά.
Η Βασιλική του Αγίου Πέτρου

Βρίσκεται στο Βατικανό. Χωράει ως 60.000 άτομα και αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες εκκλησίες του κόσμου.
Η ανέγερση της μεγαλοπρεπούς βασιλικής ξεκίνησε στις 18 Απριλίου 1506 και ολοκληρώθηκε το 1614 από τον Πάπα Παύλο Ε΄. Το πρώτο αρχιτεκτονικό σχέδιο προέρχεται από τον αρχιτέκτονα Μπραμάντε (Bramante), ο οποίος ήταν ως το 1514 εργολάβος του φιλόδοξου αυτού επιχειρήματος. Από το 1515 ως το 1546 η διεύθυνση του σχεδίου άλλαζε συχνά χέρια, ενώ στους κυριότερους καθοδηγητές της ανέγερσης ανήκε και ο Ραφαήλ. Το 1547 την διεύθυνση του εγχειρήματος ανέλαβε ο Μιχαήλ Άγγελος, ο οποίος σχεδίασε και τον τεράστιο τρούλο της βασιλικής, ο οποίος βρίσκεται ακριβώς πάνω από το σημείο που μαρτύρησε ο Απόστολος Πέτρος. Στο χρονικό διάστημα από το 1607 ως το 1614 η βασιλική άρχισε να τελειοποιείται, ενώ ολοκληρώθηκε και το χτίσιμο της πρόσοψης σε ρυθμό μπαρόκ.
ΚΑΠΕΛΑ ΣΙΞΤΙΝΑ ή ΚΑΠΕΛΑ ΣΙΣΤΙΝΑ
Χωράει η Ιταλική Αναγέννηση σε ένα παρεκκλήσι; Χωράει και μάλιστα στην Καπέλα Σιξτίνα ή Καπέλα Σιστίνα. Πρόκειται για ένα παρεκκλήσι του Αποστολικού Μεγάρου, της επίσημης κατοικίας του Πάπα, στην πόλη του Βατικανού. Αναγέρθηκε από τον Πάπα Σίξτο Δ΄ (ή Σίστο Δ΄) εκ του οποίου οφείλεται και το όνομα αυτού. Η φήμη του όμως βασίζεται στην αρχιτεκτονική του, η οποία ακολουθεί το Ναό της Παλαιάς Διαθήκης, και ιδιαίτερα για το διάκοσμό του. Είναι ζωγραφισμένο εξ ολοκλήρου με τοιχογραφίες μεγάλων καλλιτεχνών της Αναγέννησης, μεταξύ των οποίων ο Μιχαήλ Άγγελος, ο οποίος φιλοτέχνησε την θρυλική οροφή του. Η Καπέλα Σιστίνα είναι ο χώρος όπου τελούνται θρησκευτικές διοικητικές δραστηριότητες, και κυρίως το κονκλάβιο, βάσει του οποίου εκλέγεται νέος Πάπας.
Αξίζει η αναμονή στην ουρά προκειμένου να θαυμάσετε το διάκοσμο αυτού του παρεκκλησίου (ειδικά το Σαββατοκύριακο μπορεί να φτάσει και τις 3 ώρες!!!)
ΑΛΛΑ ΑΞΙΟΘΕΑΤΑ

Η ρίψη ενός νομίσματος στη Fontana di Trevi, συνοδευμένη με την ευχή μιας επόμενης επίσκεψης στην Αιώνια Πόλη, επιβάλλεται. Η επιβλητική Σκαλινάτα στην Πιάτσα ντι Σπάνια, οι πολλές πιάτσες (=πλατείες) και ειδικότερα η Πιάτσα Ναβόνα, ο ποταμός Τίβερης με τις αμέτρητες γέφυρές του, το Castel Sant Angelo πάνω στον Τίβερη, το Κοιμητήριο των Καπουτσίνων, η Βίλα Borghese, το Domus Aurea (το Χρυσό Παλάτι του Νέρωνα – ή μάλλον ότι έχει απομείνει από αυτό), τα Λουτρά Caracalla (άριστα διατηρημένα), τα Μουσεία του Καπιτωλίου, το Μουσείο των Ετρούσκων στη Villa Giullia, η Βασιλική San Giovanni in Latterano (η πρώτη χριστιανική Βασιλική στη Ρώμη), το νησάκι του Τίβερη… και πολλά άλλα μνημεία, πλατείες, αρχαίοι ναοί, εκκλησίες, γέφυρες, μουσεία, πινακοθήκες, που χρειάζονται τόμους ολόκληρους για να παρουσιάσουν το μακραίωνο και ένδοξο παρελθόν της Αιώνιας Πόλης
ΠΩΣ ΘΑ ΠΑΤΕ
H Ρώμη συνδέεται με τη Θεσσαλονίκη ή την Αθήνα καθημερινά με κάποια από τα δρομολόγια της Alitalia, της Ολυμπιακής ή της Aegean. H διαδρομή από το αεροδρόμιο της πόλης μέχρι το κέντρο της είναι όμορφη, ενώ εντύπωση προκαλούν τα πανύψηλα πεύκα στους δρόμους.

ΤΙ ΚΑΙ ΠΟΥ ΘΑ ΦΑΤΕ
Είστε το κέντρο της Ιταλίας, που σημαίνει ότι οι γεύσεις του Λάτσιο (της ευρύτερης περιοχής της Ρώμης), του Ιταλικού Βορρά και του Ιταλικού Νότου, συνδυάζονται εδώ με τον καλύτερο τρόπο, δημιουργώντας την μοναδική Cucina Romana. Μη σας πιάσει ο πανικός ότι ντε και καλά θα πρέπει να φάτε μακαρονάδα και πίτσα μια και είστε στην Ιταλία. Οι μαμάδες μας τις κάνουν καλύτερα. Προτείνουμε το ακόλουθο menu (θα μας θυμηθείτε):
Πρώτο Πιάτο – Antipasti (ορεκτικά)
BRUSCHETTA – φρυγανισμένο ψωμί ραντισμένο με λάδι, σκόρδο και ντομάτα (ξαδελφάκι με τον Κρητικό ντάκο)
SUPPLI – κροκέτες ρυζιού γεμισμένες με μοτσαρέλα, FIORI DI ZUCCA FRITTI – τηγανητοί κολοκυθανθοί γεμισμένοι με μοτσαρέλα και αντσούγα
Κυρίως Πιάτο (προτείνουμε τρία διαφορετικά)
ABBACCHIO – το σήμα κατατεθέν της Ρωμανικής Κουζίνας, ψητό αρνάκι γάλακτος με σως από λευκό κρασί και θυμάρι
POLLO ALLA ROMANA – κοτόπουλο με πράσινες πιπεριές, τομάτα και σκόρδο
TRIPPA ALLA ROMANA (για τους μερακλήδες) – Μαγειρευτή κοιλιά με σως τομάτας, μέντα, σέληνο και σκόρδο
Επιδόρπιο
MARITOZZI ALLA PANA – φωλιά μαρέγκας με σταφίδες, γεμιστή με κρέμα και αμυγδαλόψυχα
FRAPPE E CASTAGNOLE – τηγανητή ζύμη πασπαλισμένη με ζάχαρη σε διάφορα σχήματα

Προτείνουμε (ανεπιφύλακτα) το εστιατόριο «LA RAMBA» πίσω από τα Σκαλιά της Piazza di Spagnia καθώς και το Pierluigi που πέραν των εύγευστων πιάτων του σερβίρει τα «καταπληκτικότερα» επιδόρπια της πόλης (ονειρεμένα παγωτά, φανταστική τυραμισού και απερίγραπτη κρεμ-καραμελέ)

ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΗ
Αν είστε λάτρης του cappuccino τότε έχετε έρθει σε σωστό μέρος. Οι περισσότερες πλατείες της Ρώμης είναι γεμάτες από ατμοσφαιρικά αλλά και μοντέρνα καφέ. Αν ο καιρός το ευνοεί, τότε καθίστε κάτω από μια μεγάλη ομπρέλα σε ένα από τα καφέ της Piazza Navona, και απολαύστε τον καφέ σας όσο θα παρατηρείτε τον κόσμο να περνάει. Σε πολλές πλατείες επίσης, λαμβάνουν χώρα και διάφορα δρώμενα που δεν αφήνουν κανένα μάτι ασυγκίνητο.
Η νυχτερινή καρδιά της πόλης, χτυπάει στην περιοχή του Transtevere και ξεκινάει αργά… Μπείτε σε ένα από τα πολλά wine bars και δοκιμάστε υπέροχα ιταλικά κρασιά υπό τους ήχους ιταλικής μουσικής… H περιοχή του Campo di Fiori διαθέτει επίσης πολλά bars και απευθύνεται κυρίως στις ηλικίες των 30ρηδων και 40ρηδων. Η πιο ζωντανή και γεμάτη νεολαία περιοχή είναι αυτή του San Lorenzo (μια και το Πανεπιστήμιο της πόλης βρίσκεται εκεί). Πολλές pubs γεμάτες φοιτητόκοσμο αλλά και ξένους τουρίστες δημιουργούν ένα ετερόκλητο αλλά ευχάριστο κλίμα.

ΑΓΟΡΕΣ
Μπορεί το Μιλάνο να έχει το όνομα … αλλά μάλλον η Ρώμη έχει τη χάρη. Οι πιο εμπορικοί δρόμοι της πόλης είναι η Via del Corso, η Via Condotti, η Via Borgognona, η Via Frattina, όλες με αφετηρία την Piazza di Spagna ή κοντινά προς αυτή σημεία. Ειδικότερα η Via Condotti θεωρείται μία από τις πιο «κομψές» και «μοδάτες» οδούς στον κόσμο. Παραδοσιακά είδη, αντίκες και είδη τέχνης θα βρείτε σε πολύ καλές τιμές στις οδούς Via dei Coronari, Via Giulia, Via Margutta, Via del Babuino και Via del Pellegrino. Καλές αγορές λοιπόν!

ΧΡΗΣΙΜΕΣ ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ
Όταν στην Ελλάδα το ρολόι δείχνει 12 το μεσημέρι, στη Ρώμη είναι ακόμα 11. /// Οι Ιταλοί χρησιμοποιούν σα νόμισμα το Ευρώ. /// Ένας καφές σε ένα από τα πιο τουριστικά μέρη του πλανήτη κοστίζει φθηνότερα από ότι στην παραλία της Θεσσαλονίκης. /// Το ίδιο και μια πίτσα /// Προσοχή στο μετρό της Ρώμης , τα τελευταία χρόνια σημειώνονται τακτικά κλοπές /// Η ρώμη δε συμπαθεί πολύ τους καπνιστές (έπεσε και αυτό το κάστρο) ///

Α. Χ. Ισμέτ

Η ΝΕΙΚΟΠΤΕΛΕΜΑ

ΤΑ ΝΕΑ ΤΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΣΤΡΑΤΩΝΙΟΥ Τόμος 3ος Φύλλο 26 Φεβρουάριος 2009

«Και με το φως του λύκου επανέρχονται…»

- Αν νυχτωθείς στο δάσος, το νου σου, μη σου πάρει η νεράιδα τη μιλιά…

Αλήθεια , αναρωτηθήκατε ποτέ τι απόγιναν εκείνες οι νεράιδες που γυρνούσαν την νύχτα στα δάση και τις ρεματιές και έπερναν τη μιλιά από όποιον διαβάτη είχε την ατυχία να νυχτωθεί στην ερημιά; Φόβος και τρόμος έπιανε όσους νυχτώνονταν στο δάσος, αλλά ακόμη και σε περιοχές κοντά στο χωριό.
Πού είναι τα φαντάσματα του νεκροταφείου, οι καλλικάντζαροι του Γενάρη και, πάνω απ’όλα, οι πανέμορφες νεράιδες που μάγευαν το δύστυχο που έπεφτε στο δρόμο τους-άνδρα κατά κανόνα-και τον άφηναν άλαλο και παραζαλισμένο να γυρίσει στον τόπο του; Υπερβολές και ανοησίες θα μου πείτε . Κι όμως, μ’αυτές τις ιστορίες μεγαλώσαμε.. Η έκφραση «του πήρε τη μιλιά», ήταν πολύ οικεία παλιά. Η αλήθεια βέβαια είναι πως κανέναν άφωνο δεν γνωρίσαμε, αλλά οι αφηγήσεις αυτές έδιναν και έπαιρναν.
Τα αγόρια έβαζαν στοιχήματα μεταξύ τους για το ποιος θα άντεχε να περάσει κάποιες ώρες μετά τα μεσάνυχτα στο νεκροταφείο. Και για να μη χάσουν το στοίχημα , δημιουργούσαν τις απαραίτητες προϋποθέσεις, που έτρεπαν σε φυγή τον εκάστοτε θαρραλέο. Τα κορίτσια πάλι φοβούνταν να περπατήσουν πέρα από το γήπεδο, μόλις νύχτωνε. Αυτό το γνωρίζω από πρώτ6ο χέρι μιας και αναγκαζόμουνα να περπατήσω ολομόναχη μετά τη βόλτα με φανάρι μόνο το φως του φεγγαριού κι άλλοτε , όταν είχε χάση, μέσα στο απόλυτο σκοτάδι.. Δε αντάμωσα ποτέ νεράιδες , παρά μόνο αγριόσκυλα, που επέμειναν να μου ορμήξουν.
Βέβαια, όταν ήμασταν στο Δημοτικό, κάποιες συμμαθήτριες μας που έμεναν στα Ιερισσιώτικα, επέμεναν πως στο φυλάκιο πάνω από τη Βίλλα ζούσε ένας ξεμοναχιασμένος άνθρωπος, που είχε στο μικρό δάχτυλο του χεριού του ένα τεράστιο νύχι. Τόσο μεγάλο και μυτερό, που όποιον είχε το θράσος να περάσει από κει, του έχωνε με το νύχι μια μπηχτή, για να μην ξαναπεράσει!
Αλλά και οι μανάδες είτε για να περιορίσουν την αχαλίνωτη κινητικότητα των παιδιών τους είτε για να φάνε ευκολότερα το φαί τους, αναμόχλευαν συνεχώς τέτοιες ιστορίες. Όταν, για παράδειγμα, πήγε κάποτε η μάνα μου στα χόρτα με την γειτόνισσα, την κυρα – Παναγιώτα, και άργησαν και τους παραπονιόμασταν που δεν μας πήραν μαζί τους, να τι μας είπαν:
-Καλά που δεν ήρθατε, γιατί κοντά στο χωράφι του Μαρκογιαννάκη μας έπιασαν οι Καλλικάντζαροι στο χορό και πού να μας αφήσουν! Κι εμείς χορεύαμε, χορεύαμε, μέχρι που αποκάμαμε… Να, δεν βλέπετε, τα πόδια μας δεν μπορούμε να πάρουμε.
Άντε μετά να θέλεις να πας στα χόρτα μαζί τους!
Σήμερα, τις μόνες ιστορίες που εξακολουθώ να πιστεύω ακόμη, είναι εκείνες με τα αερικά. Πρώτον γιατί τις άκουσα από ανθρώπους που δεν ήταν αλαφροΐσκιωτοι και τους είχα απόλυτη εμπιστοσύνη. Δεύτερον γιατί σε όλες τις περιπτώσεις υπήρχαν άφθονες μάρτυρες και δεν πιστεύω να είχαν πάθει ομαδική παραίσθηση μέρα μεσημέρι. Πολλές από αυτές είχαν διαδραματιστεί στον όμορφο κάμπο – ως και ιστορίες για ιπτάμενα αντικείμενα –καθώς στο βουνό. Άλλωστε μία τέτοια αερική ιστορία είχε λάβει χώρα και στο μπαξέ μας σε πολύ συγγενικό πρόσωπο.
Τι συνέβη, λοιπόν, και οι νεράϊδες και τα αερικά μας εγκατέλειψαν; Μήπως τα έδιωξαν τα πολλά φώτα που λούζουν ολονυχτίς τους δρόμους του χωριού ή οι μηχανές των πολλών αυτοκινήτων τρομάζουν τις ευαίσθητες αυτές υπάρξεις;
Όπως και νάναι, ακόμη και σήμερα ξυπνά στον άνθρωπο που βρίσκεται τη νύχτα στην ερημιά, ο φόβος του πρωτόγονου όντος και διαλύεται μόνο με το πρώτο φως της αυγής. Κάθε παράξενος ήχος, ακόμη κι ένα ξυλάκι που σπάζει, τον τινάζει πάνω.
Κλείνω με το Διονύσιο Σολωμό, που τόσα αλαφροΐσκιωτα στοιχεία εμπεριέχει η υπέροχη στιχουργία του. Σας παραθέτω το όραμα της «Φεγγαροντυμένης», της πανέμορφης δηλαδή κόρης, που αναδύεται μια μαγική νύχτα από τη λίμνη, ντυμένη μόνο με το φως του φεγγαριού:
-Αλαφροΐσκιωτε καλέ, για πες απόψε, τι ` δες;
Νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!
Χωρίς ποσώς γης, ουρανός και θάλασσα να πνένε,
ουδ’ όσο καν’ η μέλισσα κοντά στο λουλουδάκι,
γύρου σε κάτι ατάραχο π’ ασπρίζει μες στη λίμνη,
γύρου σε κάτι ατάραχο π’ ασπρίζει μες στη λίμνη,
μονάχο ανακατώθηκε το στρογγυλό φεγγάρι,
κι όμορφη βγαίνει κορασιά ντυμένη με το φως του.
(Ελεύθεροι Πολιορκημένοι)


Η Καρβουνοσκαλίτισσα

ΚΑΡΝΑΒΑΛΙ ΣΤΡΑΤΩΝΙΟΥ 2009











ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΓΑΒΡΙΗΛ ΚΙΝΙΚΛΗ ΣΤΟ ΜΟΡΦΩΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΑΙΓΥΠΤΙΑΚΗΣ ΠΡΕΣΒΕΙΑΣ


Με τρία έργα βιτρώ ( panel) συμμετείχε ο Γαβριήλ Κινικλής στην ομαδική έκθεση που πραγματοποίησε η Αιγυπτιακή Πρεσβεία της Αθήνας στο Μορφωτικό Κέντρο της Πρεσβείας.
Η διάρκεια της έκθεσης ήταν από 12 έως 19 Φεβρουαρίου 2009 .
Η έκθεση σημείωσε σημαντική επιτυχία και την επισκέφτηκε αναπάντεχα μεγάλος αριθμός επισκεπτών.
Πρόσφατα η δουλειά του Γαβριήλ ταξιδεύει σε αρκετά μέρη εντός Ελλάδας και είναι προγραμματισμένη παρουσία έργων του σε ομαδική έκθεση στην Καλαμάτα.
Του ευχόμαστε ολόψυχα καλή επιτυχία και εκτός Ελλάδας.
Εν τω μεταξύ συνεχίζει να παραδίδει μαθήματα βιτρώ στο εργαστήριο του Συλλόγου.




Ήταν πρυμιός ο Κάβος






Κωστής Ανδριώτης






Απ’ τη Δανία φουλάραμε, βοήθεια για τη Μπιάφρα. Σε πούσι μπλέξαμε Όστρια γύρεψε η πλώρη μας, τη βρήκε, κόλλησε εκεί, πάμε για κάτω. Βδομάδα πέρασε, έμεινε πίσω ο καιρός, νοτιεύαμε. Απ’ τα Κανάρια κάτω καλοκαίριεψε, σορτσάκια βγήκαν, σαγιονάρες και στη κουβέρτα αρχίνησαν τα σουλάτσα – Βρήκε ευκαιρία το πλήρωμα και τ’ όριξε στις βούτες μέσ’ τα ανασφάλιστα τ’ αμπάρια- Κάργα δεύτερο χέρι ρούχα, στοίβες με τσέρκια συρμάτινα, απ’ τα κατάμπαρα ψηλά μέχρι τα μπούνια. Δυο τσέρκια έσπαζες κι η στοίβα τιναζότανε να πιάσει όλο το τόπο- Φούστες, ταγιέρ, πουκάμισα, παλτό, γόβες, παπούτσια, μπότες, κόκκινα, μωβ και κίτρινα, ένα γιουσουρούμ δικό σου-
Σε δύο μέρες, ντύθηκε το βαπόρι Αμερική. Προβάρισε πρώτα η μηχανή. Λαδάδες, τρίτοι, πηγαίναν κάτω για δουλειά, λόρδοι ντυμένοι βελούδα και δαμάσκα. Όλοι ύστερα τόριξαν στο σενάριο και ντυνόταν ξεπίτηδες, άλλοι γαμπροί, άλλοι αθλητές ότι έβρισκε ο καθένας. Γελούσαμ’ όλοι – Escraves River είπανε κι όσο σιμώναμε τον καπετάνιο τον ζώνανε τα φίδια – Χάρτες παλιοί κι αδιόρθωτοι, χωρίς μια πορτολάνα, πιλότος ανύπαρκτος, το λιμάνι ψηλά μέσα και τα βραχέα του βουβά δύο βδομάδες τώρα – βρήκα μιαν άκρη. Ρώτησα τους ψαράδες Έλληνες που ψάχνανε γαρίδες πάνω κάτω. Είπανε λίγα δεν μας φώτισαν. Σιμώναμε, άλλαζε χρώμα η θάλασσα, ερχόταν μια θολούρα. Γέμισε κόσμο η γέφυρα, στα κιάλια τρεις να ψάχνουν για τη μπούκα κι οι άλλοι απ’ τις βαρδιόλες έβλεπαν και δείχναν, - Ντόπιες φελούκες μένα σωρό το τσούρμο, δυο τρείς με κάτι μηχανές οι άλλες με κάτι σαν πανιά, τρύπες ολόγιομα, σαν κατσιβέλες μπαίναν και βγαίναν, χωρίς να νοιάζονται για μας. Φουντάραμε και στη στιγμή, προβάλανε από παντού πέντε, έξη, εφτά μικρά μονόξυλα και κάνανε σινιάλα, κι έρχονταν.
Το τρίτο, σηκώνει ένα πανί ψηλά σε δυο κοντάρια που έγραφε στα ελληνικά – «του ποταμιού τα δύσκολα, κατέχει μόνο ο ΜΑΚΗΣ» - Φτάσαν απίκο – Ζύγιασ’ ο καπετάνιος τόκλωσε, ρίξαμε ανεμόσκαλα, σαλτάρησε πάνω ο Μάκης και χόρτασε το μάτι μου μαυρίλα. Πριν πούμε λέξη, αράδιασε χαρτιά απ’ άλλους καπεταναίους που τον σύστηναν «Μ’ ανέβασε Γενάρη του 78 αυτός μ’ ένα δικό του τιμονιέρο. Καλός, φτηνός, προσεκτικός» M/V ARGO capt. Νικόλας Μέρτζος.


Κι οι άλλοι πάνω κάτω, έτσι γράφανε. Παζάρευε ο καπετάνιος τα βρήκε, σφύριξε εκείνος, ανέβηκε κι ο αδερφός. Χάραμα τ’ άλλο πρωί βυράραμε. Ο Μάκης στο κουμάντο, τ’ αδέρφι στο τιμόνι, ο καπετάνιος στη σκουτούρα, πάμε – Κόντρα ανεβαίνουμε κι ο ποταμός πότε στενός, πότε φαρδύς, χωρίς μια τσαμαδούρα. Έλεγε ο Μάκης ότι λίγο πιο πάνω, ήταν φουρκέτα μια στροφή, το ρέμα κατακούτελα, το πλοίο μακρυνάρι, δεν τόπαιρνε να στρίψει, αλλά captn don’t worry, Μάκης very good – Άκουγε ο καπετάνιος κι ανέβαζε ένα σύγκρυο, να τρέμει Attention τσίριξε ο Μάκης.
Κι ερχόταν όλο απ’ αριστερά ο ποταμός. Όλο το δρόμο χτυπάει στη μηχανή και κάργα αριστερά διατάζει στο τιμόνι. Άρχισε να παίρνει η πλώρη αριστερά, μ’ ορμή βογάρηζε το ρεύμα τη νικούσε κι έπιασε η λαμαρίνα ένα τρέμουλο να σπάσει και μείς μαζί. Πήγε καμπόσο, τρέξαμε απ’ τα δεξιά, σφίξαμε μάτια, πόδια, πιαστήκαμε, μπάααμ δίνουμε μια βουβή, χώθηκε η πλώρη. Χώμα ήτανε, λασπουριά και βγήκαμε καμπόσο, το κάσαρο το σκέπασαν τα δέντρα. Του καπετάνιου του φύγαν κατρουλιά, μούγρωσε – Ο Μάκης, πήγε ήρθε, ζύγιασε κι έμειν’ ακούνητος. Σε λίγο, άρχισε η πρύμη να παίρνει δεξιά, ήρθε στα σένια χτυπάει στη μηχανή αργά ανάποδα, σε λίγο ξελαμώνουμε κι απάνω εκεί, πρόσω μ’όλη τη δύναμη, έφτασ’ η πλώρη μεσαριά και ναι αυτό ήταν. Πήραμ’ ανάσες, τσιγάρα ανάψαμε και ήρθανε καφέδες.
Έβγαλε ο καπετάνιος τρία ούφ κι ο Μάκης έσκασε στα γέλια. Πάμε καμπόσο ακόμα, πιάνει τ’ απόγιομα, είχ’ ένα πλάτεμα, φουντάραμε, γι’ αύριο ότι απόμεινε – Που κρύβονταν; Τριάντα μονόξυλα, πενήντα μικρά και μεγαλύτερα, μονόκουπα, γυναίκες άντρες, τα πιότερα με πιτσιρίκια μια σταλιά μυξιάρικα, ξεφύτρωναν από παντού, μας ζώσαν, και ζητούσαν. Ρίχναμ’ εμείς, σαπούνια, μήλα στην αρχή κι ότι ξέφευγε βουτούσαν στα θολά για να το πιάσουν. Και γέλια και φωνές, παιχνίδι γίνηκε κι αφού σωθήκαν, ρίχναμε ρούχα, ότι απ’ τ’ αμπάρια είχαμε - λίγο πιο κει για να βουτούν πολλοί μαζί. Κάτω χαμός. Πως οι είκοσι όταν στα φώτα βουτούν και πιάνουν τον σταυρό και τον τραβολογούν; Έτσι!!! Γιόμισαν τα μονόξυλα, λαμέ, βελούδα και μοχέρ, ελβιέλες και σκαρπίνια, μέχρι τα μπούνια. Κι’ όλοι, ότι τους γυάλιζε στο μάτι απίκο το φορούσαν, μύριζε ναφθαλίνη ο ποταμός. Έπεσ’ η νύχτα.
Στέρεψε η ΟΥΝΡΑ, φύγαν κι αυτοί, χαθήκαν – Στη φέξη ξεκινήσαμε, όλοι πιο ήρεμοι πια, χαζεύαμε τη ζούγκλα απ’ τη βαρδιόλα.
Φτάσαμε. Φούντο μπροστά, στη πρύμη η τσαμαδούρα, παρέκει ένας Σπανιόλος και πιο μπροστά, ένας ακόμα Έλληνας – Ρωτήσαμε, είπαν πως ήταν ζόρικα. Όλα τα φώτα ανοιχτά, διπλές σκοπιές και τέτοια. Ήρθε το βράδυ και φυλούσαμε αστακοί. Ο Στάθης βατσιμάνης, Μυτιληνιός πιτσιρικάς, την πρύμη ανάλαβε ζωσμένος δυο μαχαίρια, μια σιδερογροθιά και ας τολμήσουν οι αράπηδες και θα τους πει εκείνος. Έστειλε και δυο ντόπιους ο πράκτορας. Ξερακιανοί, ξυπόλυτοι ήρθανε φάγαν κι’όταν ο ήλιος έπεσε, πιάσαν τα πόστα τους. Ένας μπροστά κι ο άλλος πίσω. Σιάξαν τα τόξα τους. Τέτοια με βέργες, παιδιάστικα και βέλη καλαμένια. Και κει πάνω στο παραπέτο παράταξαν, μπουκάλια της μπύρας νερό γεμάτα, να τα πετούν μ’ ορμή είπαν, σαν έκαναν ντου οι κλέφτες. Είδαμε αυτά κι αποφασίστηκε κι εγώ να μείνω ξυπνητός για να προσέχω. Πήρα ένα σουγιά κι ένα πιστόλι που πετάει φωτοβολίδες. Έτσι αρματώθηκα και βγήκα. Μεσάνυχτα το πλοίο έπεσε για ύπνο. Μείναμε εμείς. Πήρα να κάνω βόλτες, πρύμα πλώρα και πάλι μια το ίδιο. Φώτα ότι είχαμε, που κάναν ένα κύκλο γύρω κι έστελνε ένα θάμπος το ποτάμι. Μέτρο πιο κει, πίσσα βαθειά, μονάχα φόβος – Κυλούσε η νύχτα, πιρούνιαζε ένα αγιάζι, βοούσε η ζούγκλα. Θα’ τανε τρεις. Μπήκα να κάνω ένα καφέ. Να πέρασ’ ένα τέταρτο.
Βγήκα για πρύμα, κόκαλο, μου πέφτει η τσάσκα. Τον Στάθη είχε αρπαγμένο ένας αράπακας, τούχε μία μαχαίρα στο λαιμό, του πήρε τ’ άρματα μαζί και το ρολόι κι η Μυτιλήνη είχε τα χέρια του ψηλά, τα μάτια γουρλωμένα κι ούτε άχνα. Βγάζω σουγιά δεν άνοιγε, δείχνω πιστόλι σηκώνω μπόι, βγάζω φωνή τάχα να φοβερίσω, τίποτα αυτός ατάραχος, τα πράγματα θαρρώ, χειρότερα πως πήγαν. Πισωπατώ σπάω τ’ alarm πατώ, τρυπούν τ’ αυτιά, τσιρίζουν οι σειρήνες. Τρέμουλο μ’ έπιασε, τρέχω ξανά τ’ άρματα στον αέρα και φωνές. Όσο εγώ φοβέριζα, τόσο ο αράπακας τζούλωνε τη μαχαίρα στον λάρυγγα του Μυτιληνιού. Χώνεψε εκείνος, ν’ αφήσει πόδια χέρια – Μεσ’ τις σειρήνες ακούστηκε μια σφυριξιά δίνει μια ο αράπακας, σαβούρντισε μπροστά πέντε μέτρα ο Στάθης κι έτσι απόμεινε. Πρύμα τρέχει ο αράπακας ξωπίσω εγώ με το πιστόλι, σαλτάρει στο νερό, σηκώνω να του ανάψω μια στη κεφαλή, μα μετανιώνω στη στιγμή. Πιο κει ξανοίγει ένα κανό, τρεις ήταν πού’χανε καλουμάρει έναν κάβο και τον πήγαιναν.
Ξύπνησαν κι οι δικοί μας κατέβηκαν. Τους είπα, είδαν κι όσα προλάβαν. Στη βάρκα διατάζει ο καπετάνιος και μπαίνουμε αυτός κατάπλωρα, τα σκέλια ανοιχτά, στα χέρια ένα πιστόλι, πιο πίσω ο αδερφός του ο ηλεκτρολόγος, μέσα τρείς ναύτες με τσεκούρια πυρκαγιάς και γω για το τιμόνι, βάζω μπροστά και πάμε. Πάμε που; Μόλις βγήκαμε απ’ τη φωτηνειά μπήκαμε κόλαση Πήγαμε λίγο, πέσαμε στα ρηχά, έφυγε ο αδερφός μ’ένα φακό, κάτι σα να γινόταν εκεινά, χωριό, καλύβες, δέντρα κι ύστερα πενήντα νάταν εκατό, πούχαν στον ώμο τους τον κάβο και τον φευγάτιζαν ίσια στη ζούγκλα. Τους πιάσαμε φωνάζει ο Καπετάνιος, πως ο Κολόμβος.
Λαμώνει η βάρκα, στη μέση ήρθαν τα βούρλα κι η μηχανή να σβήσει. Κι άρχισε τ’ άλλο μισό χωριό να μας περικυκλώνει και να πετά από στεριά και ποταμό ότι έβρισκε. Πετούσαν κι όλο στένευαν. Τι να πρωτοφέξει ο φακός και μείς από πια μεριά να φυλαχτούμε. Τραβούσε βούρκο η μηχανή κι ήτανε να τα φτύσει, κι αυτοί σίμωναν, στο μέτρο φτάσανε, στο τσάκ να μας κουρσέψουν. Βάζω ανάποδα, βογκά κάνει να πάρει πίσω, τότε βγαίνει ένας χάρος, δίνει μια του αδερφού με μια μαχαίρα, ακούσαμ’ ένα ώωωχ πάει κι ο φακός. Σκύβουν δυο ναύτες αρπάζουν τον αράπακα τον ρίχνουν μεσ’ τη βάρκα. Βογκούσε ο αδερφός, βογκούσε η μηχανή κι έπαιρνε πόντο – πόντο. Στο πόντο φτάσανε κι οι αράπακες κι άρχισε το Αρτεμήσιο, τυφλά μέσα στη πίσσα. Αργά ξελάμωσε, μακρύναμε καμπόσο, σα να σωθήκαμε θαρρώ. Ζυγώσαμε στη φωτεινιά κι είδαμε εκεί τον αδερφό στα αίματα, τα χέρια του στα μπούτια να ζουπάει, σήκωσε, εκεί τον πήρε η μαχαιριά, πέρασε κι έκοψε, θα δούμε πάνω τη ζημιά.
Τον χάρο τον είχαν ρίξει στα πανιόλα οι ναύτες και τον ποδοπατούσαν. Φτάσαμε, ανεβήκαμε, σύραν και κείνον. Τον δέσανε πισθάγκωνα μ’ ένα σχοινί στο ρέλι, κι ήταν αυγή και μαζώχτηκαν οι δικοί μας κι άρχισαν με βαριές κλωτσιές να τον λιντσάρουν.
Έσκουζε εκείνος, χώνεψε, έκρυψε το κεφάλι μέσ’ τα πόδια σαν τον σκαντζόχοιρο και καρτερούσε. Οι δικοί μας το χόντρυναν και τόκαναν πιο άγρια κι απ’ τους άγριους, αλλοίμονο. – Δεν τ’ άντεξα. Μπήκα ανάμεσα. Ζόρικη η στιγμή, ακροβατούσε – Είπαν, είπανε, έκατσε η μπόρα κάνανε κύκλο μοναχά και έβριζαν λόγια. Έγινε μέρα. Ήρθαν οι αρχές, μας είπαν μοναχά γιατί δεν τους σκοτώνατε, πήραν τον χάρο κι έφυγαν. Βδομάδα πέρασε και τ’ αδερφού μερώσαν οι πληγές. Βγήκαμε, πήγαμε σ’ένα μαγαζί, βρήκαμε τον ίδιο κάβο να πουλούν. Λίγα παζάρια κι ήρθε ξανά στη πρύμη μας ο κάβος. Την άλλη μέρα, μας έβγαλε έξω ο Μάκης.- Πήραμε τον ανήφορο, πάμε για αλλού. Ο αδερφός επιμένει πως αν είχε φώς θα του’ παιρνε με τη μία το λαρύγγι. Η Μυτιλήνη πως άλλη φορά εδώ χάμω δεν μπαίνει Βατσιμάνης. Εγώ, πως για ένα κολόσχοινο πήγαμε να χαθούμε και ο καπετάνιος έλεγε το κολοπίστολο τι τόχω;
Κι ανηφορίζαμε -