Από την έκδοση της, μέχρι να φτάσει « Η ΝΕΙΚΟΠΤΕΛΕΜΑ » στα χέρια σας συμβάλλουν πολλοί.
Μια αφανής συνεισφορά πραγματοποιείται από την κα Χρύσα Καρατζά-Ζαγοράκη, που ακούραστα εδώ και δύο χρόνια έχει αναλάβει την διανομή της εφημερίδας μας εντός Στρατωνίου και μάλιστα ΑΦΙΛΟΚΕΡΔΩΣ.
Εκτός από τη φροντίδα της προσωπικής αποστολής της εφημερίδας σε κάθε παραλήπτη , έχει αναλάβει και τη φροντίδα της διάθεσης επιπλέον τευχών στον επαγγελματικό της χώρο.
Για τους λόγους αυτούς, το ΔΣ του Συλλόγου την ευχαριστεί θερμά, και εκτιμά τη μεγάλη της αυτή προσφορά .
Δευτέρα 7 Ιουνίου 2010
ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΓΑΒΡΙΗΛ ΚΙΝΙΚΛΗ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ ΤΗΣ ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ
Με ένα έργο του συμμετέχει ο Γαβριήλ Κινικλής στην ομαδική έκθεση Ελλήνων καλλιτεχνών στην πόλη της Καλαμάτας. Η έκθεση έχει την ιδιαιτερότητα ότι κάθε έργο εκτίθεται στη βιτρίνα ενός εμπορικού καταστήματος που τυχαίνει να είναι και ο χορηγός του. Έτσι ο φιλότεχνος περιεργάζεται το κάθε έργο κάνοντας συγχρόνως ένα μεγάλο περίπατο στην εμπορική καρδιά της πόλης.
ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΓΩΝΙΑ
Άνοιξη
Ένα τραγούδι με ευωδιές
το νοιώθουμε και πάλι
σιγά –σιγά κάποια γιαγιά
το σβήνει το μαγκάλι.
Ο ήλιος λέει σιγά –σιγά
παίρνω την κατηφόρα
και οι βαθμοί του υδράργυρου
βλέπουν την ανηφόρα
Η μυγδαλιά μου στην αυλή
φοράει τα γιορτινά της
και η μέλισσα αργά- αργά
ζητάει την αγκαλιά της
Ο καλογιάννος άρχισε
τον μορφονιό να κάνει
κάποιας μικρής να προσπαθεί
να την ξαναζεστάνει
Οι μορφονιές σιγά –σιγά
δείχνουνε τα καλά τους
κάποια καμάκια αρχινούν
να βλέπουν τα κιλά τους
Ο Μάρτης μήνας πυλωρός
της φύσης ναυλωμένος
της Άνοιξης ονειρευτής
κι από ψηλά σταλμένος
Η αύρα θέλει να σου πει
άνθρωπε ήρθα πάλι
ζώα, πουλάκια κι άνθη
σου δείχνουνε τα κάλλη.
Κουτενίσιος
Ένα τραγούδι με ευωδιές
το νοιώθουμε και πάλι
σιγά –σιγά κάποια γιαγιά
το σβήνει το μαγκάλι.
Ο ήλιος λέει σιγά –σιγά
παίρνω την κατηφόρα
και οι βαθμοί του υδράργυρου
βλέπουν την ανηφόρα
Η μυγδαλιά μου στην αυλή
φοράει τα γιορτινά της
και η μέλισσα αργά- αργά
ζητάει την αγκαλιά της
Ο καλογιάννος άρχισε
τον μορφονιό να κάνει
κάποιας μικρής να προσπαθεί
να την ξαναζεστάνει
Οι μορφονιές σιγά –σιγά
δείχνουνε τα καλά τους
κάποια καμάκια αρχινούν
να βλέπουν τα κιλά τους
Ο Μάρτης μήνας πυλωρός
της φύσης ναυλωμένος
της Άνοιξης ονειρευτής
κι από ψηλά σταλμένος
Η αύρα θέλει να σου πει
άνθρωπε ήρθα πάλι
ζώα, πουλάκια κι άνθη
σου δείχνουνε τα κάλλη.
Κουτενίσιος
Τρείς βαρούν …
Τότε, μαρκόνισα η κυρά κι εγώ ανθυποπλοίαρχος, σκάτζα στο μπάρκο αντάμα νάμαστε. Κανένα χρόνο το πολύ νάχαμε κι οι δυό στη πλάτη ναυτοσύνη- Και το ΑΛΚΥΩΝ, ένα πίτσικο που εμείς Τιτανικό το βλέπαμε – Στη πλώρη, τρία αμπάρια κι ένα μικρό κατάπρυμα κι ανάμεσα η μηχανή γέφυρα και καμπίνες. Η δικιά μας στο πάνω deck, πιο πάνω μονάχα η γέφυρα, τ’άλλο γυμνό.
Στ’ αριστερά μονάχοι μας, κανείς πλάι και κάτω.
Κι ήταν αβέρτη, γραφείο στη γωνία, μπροστά και γυριστή, κι απέναντι σπιτίσιο ένα σαλόνι, τραπέζι, καναπές, και πολυθρόνα, δυο σκαμπό, στη μέση τσίπικο χαλί καμπόσο ξεφτισμένο, παρέκει κρεβάτι εναμισάρικο και στο μπουλμέ της θάλασσας, δυο φινιστρίνια ήταν διπλά, μεγάλα για βαπόρι.
Οι αλουέδες ένας λαβύρινθος, που όλο πηγαίναν στρίβανε κι ανεβοκατεβαίναν με σκαλοπάτια αμέτρητα.
Καπετανάτο δέσποζε μπροστά. Σαλόνι, παρασάλονο, γραφείο και σουίτα πιάναν το κούτελο του deck απ’ άκρη σ’ άκρη. Πίσω, δυο μπαλκονέτα είχε στενά, που εκεί κάναμε γειτονιά για τον καφέ, από σοφράνο νάμαστε, στη κοητή.
Έτσι, πήραμ’ αμπάριζα τη Μεσόγειο, Σμύρνη – Μπιζέρτα, Οράν – Μασσαλία, Μάλαγα – Αλεξάνδρεια. Μικροτάξιδα τα λέγανε οι πιο παλιοί, Καματερό – Παλούκια. Εμάς μας φαίνονταν Τροία – Παταγωνία.
Βεγγάζη φτάσαμε απ’ τη Σαβόνα. Φορτίο γενικό, κούτες, κασόνια δέματα, μέχρι τα μπούνια. Οι Λυβιάνοι, ένα μιλιούνι ανέβηκαν, πιάσαν τα πόστα, βίντσια, κουμάντα, κιόσκια γέμισαν κι είπαν βδομάδες δυο η εκφόρτωση – Κι ήταν το σμάρι ξώφτερνο, ντυμένο με καφτάνια κι άσπρα κεφαλομάντηλα, φαίνονταν άσχετοι, νωθροί, μελίσσι που το φλόμωσε η ίσκα.
Λιμάνι κατακαίνουργιο και παστρικός ο ντόκος, για στοχασμούς ταμάμ για πογευματινά σουλάτσα.
Έξω κάτι παζάρια μοναχά, Μοναστηράκια, Μοδιάνα, ρούχα, χρυσαφικά, χαλκώματα, μπαχάρια, εμείς μια περατζάδα μοναχά κι ύστερα πίσω, οι ντόπιοι λες, αενάως!!!Βεγγάζη φτάσαμε απ’ τη Σαβόνα. Φορτίο γενικό, κούτες, κασόνια δέματα, μέχρι τα μπούνια. Οι Λυβιάνοι, ένα μιλιούνι ανέβηκαν, πιάσαν τα πόστα,βίντσια, κουμάντα, κιόσκια γέμισαν κι είπαν βδομάδες δυο η εκφόρτωση – Κι ήταν το σμάρι ξώφτερνο, ντυμένο με καφτάνια κι άσπρα κεφαλομάντηλα, φαίνονταν άσχετοι, νωθροί, μελίσσι που το φλόμωσε η ίσκα.
Να μείνουμε έξω δεν επιτρέπονταν τη νύχτα, μα κι ύστερα για ναυτικό ζωή δεν είχε στάλα. Βγήκαμε έξω έν’ απόγευμα, τσιμπήσαμε κουσκούς μ’ αρνί, μια κρεμυδόσουπα και μέσα-
Καλοκαιριά ο καιρός κι η εκφόρτωση απ’ το πρωί μέχρι τ’ απόγευμα, το ίδιο- Στ’ απόδειπνα, δυο μέτζες πετονιές κατάπρυμα ριγμένες, στο χέρι ένας καφές, στήναμε πηγαδάκια στη μέση η ΕΡΑ 4, πότε ποδόσφαιρο και πότε Μαρινέλα-!!!
Περνούσε η ώρα, μέχρι μπορεί μεσάνυχτα κι ύστερα ύπνο. Πρύμα τσιμπούσι αριά και πού κι ήλιος ζεματούσε κι ήταν εσκιτζήδες οι κρενιέρηδες και γίνονταν ζημιές αβέρτα μέσ’ τα αμπάρια. Σπάζαν κασόνια κι οι ξώφτερνοι στο πλιάτσικο το ρίξαν. Έτρεχα εγώ, μα να προφτάσω τι; Μ’ ένα κοντοπαντέλονο στραβά ένα κασκέτο, πώς να εμπνεύσεις φόβο;
Τ’ αμπάρια περιδιάβαινα, κρυμμένος τάχατες, μ’ αυτοί στήνανε κολαούζηδες, σφυρούσαν, σινιάλα κάναν κι όταν απίκο έφτανα, χώναν τα κλεψιμαίικα κάτω απ’ τις κελεμπίες, άντε να βρεις. Μια, δυο, πρέφα με πήραν και μ’ έπαιζαν σαν τον ποντικό. Μ’ είπε κι ο Γραμματικός να μη σκοτίζομαι πολύ, είπα ένα α σιχτήρ και τ’ άφησα. Έφερνα γύρους μοναχά, δολώματα άλλαζα στις πετονιές, έχτιζα χρώμα, σφυρούσα αλλού, καλά περνούσα –
Στην ώρα του καφέ, δέκα πρωί κι εσπέρα τρείς, στο πισωμπάλκονο έβγαινε η κυρά με δυο καφέδες και δροσιές, ανέβαινα κι εγώ κι απ’ το παγκί, χαζεύαμε το σμάρι μεσ’ τ’ αμπάρι. Πηγαιν’ ερχόταν άρπαζε κι έκρυβε – Βλέπαν κι αυτοί – Στάμπαραν τη κυρά και ρίχναν μάτια, στην αρχή τάχαμου αδιάφορα, μούργικα υστερότερα και καταλυμασμένα. Εκείνη σιάχτηκε καμπόσο, την άλλη φόρεσε μακρύ και την παράλλη, σχεδόν βγήκε με μπούργκα.
Δεν βγήκαμ’ έξω, δεν τσίμπαγε πίσω σταλιά, δεν νίκησε κι ο ΠΑΟΚ, μας πήρε η νύχτα, πέσαμ’ αργά για ύπνο.
Είπαμε λίγα, παίξαμε κιόλας κάμποσο, γύραμε ψόφιοι!!!
Και πάνω εκεί στον ύπνο τον βαρύ, κατάκεντρα στα ονείρατα, ακούω ξερά χτυπήματα στη πόρτα- Γυρνάω πλευρό, ξεχνώ μα ματακούω- Σκώνουμαι στον αγκώνα, θαρρώ πως ήρθε η ώρα σκάτζα βάρδιας και φωνάζω. «ΟΚ
Τζαφέρ» στον Τούρκο Βατσιμάνη. Γυρνώ πλευρό αχόρταστος. Χτυπούν ξανά, βαριά, βουβά ανοίγω φώς, πάω
ξαναμμένος βρίζοντας, στου Τούρκου να τσιρίξω – α σιχτήρ ρε, σ’ άκουσα, ξεκουμπίσου – σκούζει η κυρά – μη για το θεό, τέσσερις είναι η ώρα!!! Στέκω, ζουπώ τα μάτια, σκιάζομαι. Φτάνω κοντά ρωτώ, οι απ’ έξω λεν: customs και politsia Μια βούβα έπεσε και στη στιγμή άρχισαν να βαρούν τη πόρτα με τους ώμους Πέφτω στα γόνατα, βλέπω απ’ τις γρίλιες, πόδια μετρώ, τρείς μούργους νιώθω απ’ έξω.
Πετάχτηκα, ήρθε κοντά ανήσυχη κι εκείνη μας έπιασε ένα αλάφιασμα, έτρεμε η πόρτα, πλάτη βάλαμε-
Βογάρηζαν οι απ’ όξω βουβά μονάχα με τους ώμους, να μην ακούγεται σταλιά. Ήτανε μπογαλήδες κι οι τρείς κι η πόρτα σειόταν, και μείς μαζί της.
Το πράγμα ζόριζε. Τηλέφωνο δεν είχε η καμπίνα, οι πλαϊνές εχάσκαν αδειανές,πάνω και κάτω νέκρα. Είδα ένα γύρω μήπως βρω πίσω απ’ τη πόρτα κατιτίς για να στριμώξω ντουλάπα, τραπέζι, καναπές, κρεβάτι, στον μπουλμέ διπλά τριπλά ήτανε βιδωμένα, όλα τα γαμημένα.
Άναψα θεριά οι απέξω ανήμερα επέμεναν, η πόρτα αγκομαχούσε. Μούρθε μια σκέψη, πως θάταν μούργοι του αμπαριού, είδαν γυναίκα, οσμίστηκαν ψητό, τα είπαν, τα ήπιαν, φουμάρισαν, γίνανε τούμπανο κι’ άσκεφτα ήρθαν να κάνουνε γιουρούσι. Κόρωσα. Είπα μια νάβγω απ’ το φινιστρίνι, να τσαγκαρώσω πάνω, φωνές να βγάλω να σηκωθούν κι οι άλλοι. Φοβήθηκα μόνη να την αφήσω. Βογκούσε η πόρτα, μαζί και το μυαλό μου. Είπα να βγει η κυρά απ’ το φινιστρίνι, όμως τριάντα μέτρα γκρέμνο, μετάνιωσα. Έγινε η πόρτα χάρβαλο, όπως τα νεύρα μου.
Είδα ένα γύρω, αρπάω ένα σκαμπό. Το δίνω μια, διαλύθηκε. Αρπάω τα δυο ποδαρικά, τ’ άλλα τα παίρνει εκείνη. Τα ζύγιασα, τα σήκωσα ψηλά, ταμάμ τα βρήκα, μέρωσα λίγο. Πάω κοντά, κάνω δυο πρόβες, λέω θα στέκω εδώ σ’ ανήφορο τα χέρια αρματωμένα, θ’ ανοίξω απότομα την ώρα που θα ορμούν και χράαπ μια κατακούτελα με το δεξί, ο πρώτος πέφτει σέκος, ξωπίσω ο δεύτερος που τον βρίσκει το ζερβί στη σβερκαδιά, άκλαυτος πάει μα κι αν όχι, τότε ορμάει, ορμώ, πέφτει κι αυτός, τρεις οι νεκροί είναι πολλοί, μα τώρα εγώ τους βλέπω μπόλικα λίγους. Πήρα τα πάνω μου και θέση διάλεξα λίγο μέσ’ απ τη πόρτα. Στο κάτω κάτω και Θερμοπύλες είχα εγώ και Σαλαμίνες.
Εκείνοι τι; Ρουθούνια που οσμίζονταν το φόβο μας κι όλο σκουντούσαν.Κι η κάσα τώρα άρχισε τρέμουλο, να πάει να σπάσει όπως κι οι φλέβες μας. Έδειξα, πρόβα να κάνουμε άλλη μια, κι έδειξα πως απότομα θ’ ανοίξω την ώρα που εκείνοι θα σκουντούν, θα μπρουμουτήσουν και τότε εμείς, τον πρώτο εκείνη, τους πίσω εγώ, πάμε και βλέπουμε!!! Εκείνοι επιμένουν ξεσάλωσαν, η πόρτα πια τραμπάλιζε, η κάσα άρχισε τις βίδες να ξερνάει κι ο μάνταλος ίσα που βάσταγε. Κι οι Μούργοι δεν βαρεθήκαν μα κι’ ούτε σκιάχτηκαν σταλιά. Ώρα βαρούσαν για να μπούν να μαγαρίσουν τη κυρά, μπορεί και μένα οι άγριοι, λές; Καρφάκια σήκωσα και τα καρεκλοπόδαρα πιο πάνω ακόμα. Περνούσε η ώρα βαρέσαν κι άλλο, βαριά κοιμόταν το βαπόρι, πρέφα δεν πήρε ότι παράδερνα και γω με δυο μέτρα μουστάκι.
Άρχισε ν’ αχνοφέγγει, δώσανε άψυχη μια, φτύσαν βρισιές και φύγαν. Πήραμε’ ανάσες, πιαστήκαμε αγκαλιά σε γύρο – γύρο όλοι. Καμπόσο πέρασε, έστησα αφτί, μια βούβα. Σηκώθηκε ο ήλιος και μείς στο καναπέ μερώναμε με τα ποδαρικά στα χέρια. Λάγιαζε ο φόβος. Τι νύχτα; Άνοιξα, ο μάνταλος βαστούσε μια τρίχα μοναχά. Χάσαν παρά τρίχα μία Πόντια αυτοί κι εγώ μια πάλη ηρωική την ευκαιρία.
Βγήκαμε, τάπαμε στο καφέ, ακούσαν. Οι πιότεροι μοστράρουν αντριλίκια. Οι ντόπιοι επιμέναν impossible, ο μαραγκός ρεμπάτευε τη πόρτα, ο Τζαφέρ λούστηκε κατσάδες κι ένα πρόστιμο κι εγώ προίκα μάζεψα νάχω να λέω.
Ξελυμπάραμε, πάμε γι αλλού.
Κωστής Ανδριώτης
Στ’ αριστερά μονάχοι μας, κανείς πλάι και κάτω.
Κι ήταν αβέρτη, γραφείο στη γωνία, μπροστά και γυριστή, κι απέναντι σπιτίσιο ένα σαλόνι, τραπέζι, καναπές, και πολυθρόνα, δυο σκαμπό, στη μέση τσίπικο χαλί καμπόσο ξεφτισμένο, παρέκει κρεβάτι εναμισάρικο και στο μπουλμέ της θάλασσας, δυο φινιστρίνια ήταν διπλά, μεγάλα για βαπόρι.
Οι αλουέδες ένας λαβύρινθος, που όλο πηγαίναν στρίβανε κι ανεβοκατεβαίναν με σκαλοπάτια αμέτρητα.
Καπετανάτο δέσποζε μπροστά. Σαλόνι, παρασάλονο, γραφείο και σουίτα πιάναν το κούτελο του deck απ’ άκρη σ’ άκρη. Πίσω, δυο μπαλκονέτα είχε στενά, που εκεί κάναμε γειτονιά για τον καφέ, από σοφράνο νάμαστε, στη κοητή.
Έτσι, πήραμ’ αμπάριζα τη Μεσόγειο, Σμύρνη – Μπιζέρτα, Οράν – Μασσαλία, Μάλαγα – Αλεξάνδρεια. Μικροτάξιδα τα λέγανε οι πιο παλιοί, Καματερό – Παλούκια. Εμάς μας φαίνονταν Τροία – Παταγωνία.
Βεγγάζη φτάσαμε απ’ τη Σαβόνα. Φορτίο γενικό, κούτες, κασόνια δέματα, μέχρι τα μπούνια. Οι Λυβιάνοι, ένα μιλιούνι ανέβηκαν, πιάσαν τα πόστα, βίντσια, κουμάντα, κιόσκια γέμισαν κι είπαν βδομάδες δυο η εκφόρτωση – Κι ήταν το σμάρι ξώφτερνο, ντυμένο με καφτάνια κι άσπρα κεφαλομάντηλα, φαίνονταν άσχετοι, νωθροί, μελίσσι που το φλόμωσε η ίσκα.
Λιμάνι κατακαίνουργιο και παστρικός ο ντόκος, για στοχασμούς ταμάμ για πογευματινά σουλάτσα.
Έξω κάτι παζάρια μοναχά, Μοναστηράκια, Μοδιάνα, ρούχα, χρυσαφικά, χαλκώματα, μπαχάρια, εμείς μια περατζάδα μοναχά κι ύστερα πίσω, οι ντόπιοι λες, αενάως!!!Βεγγάζη φτάσαμε απ’ τη Σαβόνα. Φορτίο γενικό, κούτες, κασόνια δέματα, μέχρι τα μπούνια. Οι Λυβιάνοι, ένα μιλιούνι ανέβηκαν, πιάσαν τα πόστα,βίντσια, κουμάντα, κιόσκια γέμισαν κι είπαν βδομάδες δυο η εκφόρτωση – Κι ήταν το σμάρι ξώφτερνο, ντυμένο με καφτάνια κι άσπρα κεφαλομάντηλα, φαίνονταν άσχετοι, νωθροί, μελίσσι που το φλόμωσε η ίσκα.
Να μείνουμε έξω δεν επιτρέπονταν τη νύχτα, μα κι ύστερα για ναυτικό ζωή δεν είχε στάλα. Βγήκαμε έξω έν’ απόγευμα, τσιμπήσαμε κουσκούς μ’ αρνί, μια κρεμυδόσουπα και μέσα-
Καλοκαιριά ο καιρός κι η εκφόρτωση απ’ το πρωί μέχρι τ’ απόγευμα, το ίδιο- Στ’ απόδειπνα, δυο μέτζες πετονιές κατάπρυμα ριγμένες, στο χέρι ένας καφές, στήναμε πηγαδάκια στη μέση η ΕΡΑ 4, πότε ποδόσφαιρο και πότε Μαρινέλα-!!!
Περνούσε η ώρα, μέχρι μπορεί μεσάνυχτα κι ύστερα ύπνο. Πρύμα τσιμπούσι αριά και πού κι ήλιος ζεματούσε κι ήταν εσκιτζήδες οι κρενιέρηδες και γίνονταν ζημιές αβέρτα μέσ’ τα αμπάρια. Σπάζαν κασόνια κι οι ξώφτερνοι στο πλιάτσικο το ρίξαν. Έτρεχα εγώ, μα να προφτάσω τι; Μ’ ένα κοντοπαντέλονο στραβά ένα κασκέτο, πώς να εμπνεύσεις φόβο;
Τ’ αμπάρια περιδιάβαινα, κρυμμένος τάχατες, μ’ αυτοί στήνανε κολαούζηδες, σφυρούσαν, σινιάλα κάναν κι όταν απίκο έφτανα, χώναν τα κλεψιμαίικα κάτω απ’ τις κελεμπίες, άντε να βρεις. Μια, δυο, πρέφα με πήραν και μ’ έπαιζαν σαν τον ποντικό. Μ’ είπε κι ο Γραμματικός να μη σκοτίζομαι πολύ, είπα ένα α σιχτήρ και τ’ άφησα. Έφερνα γύρους μοναχά, δολώματα άλλαζα στις πετονιές, έχτιζα χρώμα, σφυρούσα αλλού, καλά περνούσα –
Στην ώρα του καφέ, δέκα πρωί κι εσπέρα τρείς, στο πισωμπάλκονο έβγαινε η κυρά με δυο καφέδες και δροσιές, ανέβαινα κι εγώ κι απ’ το παγκί, χαζεύαμε το σμάρι μεσ’ τ’ αμπάρι. Πηγαιν’ ερχόταν άρπαζε κι έκρυβε – Βλέπαν κι αυτοί – Στάμπαραν τη κυρά και ρίχναν μάτια, στην αρχή τάχαμου αδιάφορα, μούργικα υστερότερα και καταλυμασμένα. Εκείνη σιάχτηκε καμπόσο, την άλλη φόρεσε μακρύ και την παράλλη, σχεδόν βγήκε με μπούργκα.
Δεν βγήκαμ’ έξω, δεν τσίμπαγε πίσω σταλιά, δεν νίκησε κι ο ΠΑΟΚ, μας πήρε η νύχτα, πέσαμ’ αργά για ύπνο.
Είπαμε λίγα, παίξαμε κιόλας κάμποσο, γύραμε ψόφιοι!!!
Και πάνω εκεί στον ύπνο τον βαρύ, κατάκεντρα στα ονείρατα, ακούω ξερά χτυπήματα στη πόρτα- Γυρνάω πλευρό, ξεχνώ μα ματακούω- Σκώνουμαι στον αγκώνα, θαρρώ πως ήρθε η ώρα σκάτζα βάρδιας και φωνάζω. «ΟΚ
Τζαφέρ» στον Τούρκο Βατσιμάνη. Γυρνώ πλευρό αχόρταστος. Χτυπούν ξανά, βαριά, βουβά ανοίγω φώς, πάω
ξαναμμένος βρίζοντας, στου Τούρκου να τσιρίξω – α σιχτήρ ρε, σ’ άκουσα, ξεκουμπίσου – σκούζει η κυρά – μη για το θεό, τέσσερις είναι η ώρα!!! Στέκω, ζουπώ τα μάτια, σκιάζομαι. Φτάνω κοντά ρωτώ, οι απ’ έξω λεν: customs και politsia Μια βούβα έπεσε και στη στιγμή άρχισαν να βαρούν τη πόρτα με τους ώμους Πέφτω στα γόνατα, βλέπω απ’ τις γρίλιες, πόδια μετρώ, τρείς μούργους νιώθω απ’ έξω.
Πετάχτηκα, ήρθε κοντά ανήσυχη κι εκείνη μας έπιασε ένα αλάφιασμα, έτρεμε η πόρτα, πλάτη βάλαμε-
Βογάρηζαν οι απ’ όξω βουβά μονάχα με τους ώμους, να μην ακούγεται σταλιά. Ήτανε μπογαλήδες κι οι τρείς κι η πόρτα σειόταν, και μείς μαζί της.
Το πράγμα ζόριζε. Τηλέφωνο δεν είχε η καμπίνα, οι πλαϊνές εχάσκαν αδειανές,πάνω και κάτω νέκρα. Είδα ένα γύρω μήπως βρω πίσω απ’ τη πόρτα κατιτίς για να στριμώξω ντουλάπα, τραπέζι, καναπές, κρεβάτι, στον μπουλμέ διπλά τριπλά ήτανε βιδωμένα, όλα τα γαμημένα.
Άναψα θεριά οι απέξω ανήμερα επέμεναν, η πόρτα αγκομαχούσε. Μούρθε μια σκέψη, πως θάταν μούργοι του αμπαριού, είδαν γυναίκα, οσμίστηκαν ψητό, τα είπαν, τα ήπιαν, φουμάρισαν, γίνανε τούμπανο κι’ άσκεφτα ήρθαν να κάνουνε γιουρούσι. Κόρωσα. Είπα μια νάβγω απ’ το φινιστρίνι, να τσαγκαρώσω πάνω, φωνές να βγάλω να σηκωθούν κι οι άλλοι. Φοβήθηκα μόνη να την αφήσω. Βογκούσε η πόρτα, μαζί και το μυαλό μου. Είπα να βγει η κυρά απ’ το φινιστρίνι, όμως τριάντα μέτρα γκρέμνο, μετάνιωσα. Έγινε η πόρτα χάρβαλο, όπως τα νεύρα μου.
Είδα ένα γύρω, αρπάω ένα σκαμπό. Το δίνω μια, διαλύθηκε. Αρπάω τα δυο ποδαρικά, τ’ άλλα τα παίρνει εκείνη. Τα ζύγιασα, τα σήκωσα ψηλά, ταμάμ τα βρήκα, μέρωσα λίγο. Πάω κοντά, κάνω δυο πρόβες, λέω θα στέκω εδώ σ’ ανήφορο τα χέρια αρματωμένα, θ’ ανοίξω απότομα την ώρα που θα ορμούν και χράαπ μια κατακούτελα με το δεξί, ο πρώτος πέφτει σέκος, ξωπίσω ο δεύτερος που τον βρίσκει το ζερβί στη σβερκαδιά, άκλαυτος πάει μα κι αν όχι, τότε ορμάει, ορμώ, πέφτει κι αυτός, τρεις οι νεκροί είναι πολλοί, μα τώρα εγώ τους βλέπω μπόλικα λίγους. Πήρα τα πάνω μου και θέση διάλεξα λίγο μέσ’ απ τη πόρτα. Στο κάτω κάτω και Θερμοπύλες είχα εγώ και Σαλαμίνες.
Εκείνοι τι; Ρουθούνια που οσμίζονταν το φόβο μας κι όλο σκουντούσαν.Κι η κάσα τώρα άρχισε τρέμουλο, να πάει να σπάσει όπως κι οι φλέβες μας. Έδειξα, πρόβα να κάνουμε άλλη μια, κι έδειξα πως απότομα θ’ ανοίξω την ώρα που εκείνοι θα σκουντούν, θα μπρουμουτήσουν και τότε εμείς, τον πρώτο εκείνη, τους πίσω εγώ, πάμε και βλέπουμε!!! Εκείνοι επιμένουν ξεσάλωσαν, η πόρτα πια τραμπάλιζε, η κάσα άρχισε τις βίδες να ξερνάει κι ο μάνταλος ίσα που βάσταγε. Κι οι Μούργοι δεν βαρεθήκαν μα κι’ ούτε σκιάχτηκαν σταλιά. Ώρα βαρούσαν για να μπούν να μαγαρίσουν τη κυρά, μπορεί και μένα οι άγριοι, λές; Καρφάκια σήκωσα και τα καρεκλοπόδαρα πιο πάνω ακόμα. Περνούσε η ώρα βαρέσαν κι άλλο, βαριά κοιμόταν το βαπόρι, πρέφα δεν πήρε ότι παράδερνα και γω με δυο μέτρα μουστάκι.
Άρχισε ν’ αχνοφέγγει, δώσανε άψυχη μια, φτύσαν βρισιές και φύγαν. Πήραμε’ ανάσες, πιαστήκαμε αγκαλιά σε γύρο – γύρο όλοι. Καμπόσο πέρασε, έστησα αφτί, μια βούβα. Σηκώθηκε ο ήλιος και μείς στο καναπέ μερώναμε με τα ποδαρικά στα χέρια. Λάγιαζε ο φόβος. Τι νύχτα; Άνοιξα, ο μάνταλος βαστούσε μια τρίχα μοναχά. Χάσαν παρά τρίχα μία Πόντια αυτοί κι εγώ μια πάλη ηρωική την ευκαιρία.
Βγήκαμε, τάπαμε στο καφέ, ακούσαν. Οι πιότεροι μοστράρουν αντριλίκια. Οι ντόπιοι επιμέναν impossible, ο μαραγκός ρεμπάτευε τη πόρτα, ο Τζαφέρ λούστηκε κατσάδες κι ένα πρόστιμο κι εγώ προίκα μάζεψα νάχω να λέω.
Ξελυμπάραμε, πάμε γι αλλού.
Κωστής Ανδριώτης
Κώστας Καρυωτάκης
Της Δέσποινας Συλιανίδου- Φιλολόγου
Είμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες
κιθάρες. Ο άνεμος, όταν περνάει,
στίχους, ήχους παράφωνους ξυπνάει
στις χορδές που κρέμονται σαν καδένες.
Είμαστε κάτι απίστευτες αντένες.
Υψώνονται σα δάχτυλα στα χάη,
στην κορυφή τους τ’ άπειρο αντηχάει,
μα γρήγορα θα πέσουνε σπασμένες.
Είμαστε κάτι διάχυτες αισθήσεις,
χωρίς ελπίδα να συγκεντρωθούμε.
Στα νεύρα μας μπερδεύεται όλη η φύσις.
Στο σώμα, στην ενθύμιση πονούμε.
Μας διώχνουνε τα πράγματα, κι η ποίησις
Είναι το καταφύγιο που φθονούμε.
(Ιστορία)
Τα πρώτα χρόνια – Ο χαρακτήρας του
Γεννήθηκε στην Τρίπολη στα 1896. Γιος του νομοχηχανικού Γεωργίου Καρυωτάκη και της αρχοντοκόρης Αικατερίνης. Έχει μία αδερφή μεγαλύτερη κι ένα μικρότερο αδερφό.
Ο ίδιος από γεννησιμιού του είναι κοντός, αδύνατος και κακοφτιαγμένος, σα να έπασχε από γεροντίαση. Ήταν ένα λυμφατικό αγοράκι, που δεν θύμιζε σε τίποτα τα όμορφα και γεροδεμένα αδέρφια του. Το ντροπαλό και λιγομίλητο αγόρι, γίνεται ένας δειλός και χωρίς σιγουριά άντρας.
Εξαιτίας του επαγγέλματος του πατέρα του γύρισε από μικρός πολλά μέρη: τη Λευκάδα, τη Λάρισα, την Πάτρα και τελευταία τα Χανιά, όπου έμεινε ως το 1913. Έλαβε επιμελημένη μόρφωση γνωρίζοντας άριστα τη γαλλική και λιγότερο τη γερμανική γλώσσα.
Ανατράφηκε με αυστηρές αρχές, κάτι που θα επιδράσει πολύ αρνητικά στην ευαίσθητη ψυχοσύνθεσή του και που θα αδρανοποιήσει για πάντα την ικανότητά του για άμυνα απέναντι στον εαυτό του, στους ανθρώπους και τη ζωή γενικότερα.
Χλωμό και αδύνατο, δεν «τον παίζουν» οι συνομήλικοι του στα παιχνίδια τους. Τον φωνάζουν «γέρο» και τον αποφεύγουν. Μικρός δεν θα τρέξει και δεν θα ξεφωνίσει, όπως όλα τα παιδιά. Τα παιδικά του χρόνια θα τα περάσει περήφανος και τρομοκρατημένος.
Καθώς μεγαλώνει, σαρκαστικός, προφητικός και καθόλου ρομαντικός, βλέπει καθαρά πως τον φόρτωσαν με άχρηστο υλικό και προκατασκευασμένες αξίες. Η αυστηρή ανατροφή του στραγγάλισε καθετί αυθόρμητο και ζωντανό, τον φάσκιωσε με τις συνεχείς απαγορεύσεις και τους καθωπρεπισμούς.
Ήταν ψυχικά άρρωστος; Ναι, όπως διέγνωσε η επιστήμη, αλλά ανίσχυρος να αντιδράσει. Η ανικανότητά του να αντιδράσει στο οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον που περιφρονεί και απορρίπτει, τον αρρωσταίνει ακόμη περισσότερο.
Τα πρώτα του στιχάκια τα γράφει στα δεκάξι του χρόνια. Τότε είναι που θα τον ερωτευτεί στα Χανιά η νεαρή Άννα Σκορδίλη. Ο έρωτας όμως αυτός δεν θα κρατήσει πολύ, γιατί θα φύγει για σπουδές στην Αθήνα. Η ωραία κόρη θα παντρευτεί άλλον.
Στα 21 του χρόνια, το 1917, παίρνει το πτυχίο της Νομικής. Τον ίδιο καιρό στρατεύεται. Με αποσπάσεις και αναρρωτικές απολύεται οριστικά το 1920 και την επόμενη χρονιά διορίζεται στην Νομαρχία Αττικής. Τον Απρίλη του 1922 θα γνωριστεί εκεί με τη Μαρία Πολυδούρη, που μετατίθεται από τη Νομαρχία της Μεσσηνίας. Εκείνος είναι 26 ετών και η Μαρία 20. Όλη την ελευθερία που του λείπει, την έχει αυτή και για τους δυο.
Της γράφει: «Πονώ, επειδή σ’ αγαπώ περισσότερο απ’ όσο εφαντάστηκα ότι μπορούσα ποτέ ν’ αγαπήσω…». Τον Οκτώμβρη με επιστολή της η Μαρία του ζητά να παντρευτούν, αυτός όμως αρνείται, γιατί κανένα αίσθημα, όσο ισχυρό κι αν είναι δεν θα ξεπεράσει το φόβο για τους δικούς του. Γι’ αυτόν πρότυπα γυναίκας είναι η μητέρα του και η αδερφή του, που σεβάστηκαν όλους τους κοινωνικούς θεσμούς. Η Μαρία είναι πολύ προοδευτική για τα δεδομένα της εποχής και ο Καρυωτάκης είναι σύμφωνος με τη γνώμη του πατέρα του, που την θεωρεί «απαράδεχτη». Αυτό όμως δεν τον εμποδίζει να τη θαυμάζει και να την αγαπά. Η σκιά των δικών του είναι βαριά, για τους γονείς του ο δεσμός με τη Μαρία δεν υπήρχε.
Πόσα δεν έχουν λεχτεί για την επίδραση του επαρχιακού αυτού τόπου και της κλειστής ζωής στον κλονισμένο ψυχισμό του ποιητή! Σίγουρα η δυσμενής αυτή μετάθεση ήταν ότι χειρότερο για τη χρονική στιγμή που έγινε. Ο ερχομός ενός Αθηναίου ανώτερου κρατικού υπαλλήλου σε μια μικρή πόλη, δεν μπορούσε να περάσει απαρατήρητος. Η παρουσία του, ιδιόρρυθμη ούτως ή άλλως για τα επαρχιακά πρότυπα, γίνεται επίκεντρο σχολιασμού.
Είναι υποχρεωμένος να συνεχίσει και τη θεραπεία του κι έτσι καταφεύγει στο φαρμακοποιό της πόλης για τις ενέσεις που πρέπει να κάνει. Το μυστικό του σύντομα μαθαίνεται σε όλη την πόλη. Να διακόψει τη θεραπεία αδύνατο, κινδυνεύει από τρέλα, τύφλωση ή παράλυση.
Αλλά ας μην κατηγορούμε την πόλη, όπως κάνουν κάποιοι κριτικοί. Τα προβλήματα υπήρχαν, δεν τα δημιούργησε η Πρέβεζα. Άλλωστε δεν είχε μείνει εκεί παρά μόνο ένα μήνα. «Η πόλις θα σε ακολουθεί», όπως λέει και Καβάφης. Τα ίδια προβλήματα δεν αντιμετώπιζε άλλωστε και στην Αθήνα;
Έτσι στις 28 Ιουλίου γράφει το τελευταίο σημείωμά του σε ηλικία 32 χρονών. Λέει αυτά που έχει πει νωρίτερα στα ποιήματά του, που στην ουσία είναι το χρονικό ενός προαναγγελθέντος εγκλήματος:
Γυρίζουν το κλειδί στην πόρτα, παίρνουν
τα παλιά, φυλαγμένα γράμματά τους,
διαβάζουν ήσυχα, κι έπειτα σέρνουν
για τελευταία φορά τα βήματά τους.
Ήταν η ζωή τους, λένε, τραγωδία.
Θεέ μου, το φριχτό γέλιο των ανθρώπων,
τα δάκρυα, ο ιδρώς, η νοσταλγία
των ουρανών, η ερημία των τόπων.
Στέκονται στο παράθυρο, κοιτάνε
τα δέντρα, τα παιδιά, πέρα τη φύση,
τους μαρμαράδες ς που σφυροκοπάνε,
τον ήλιο που για πάντα θέλει δύσει.
Όλα τελείωσαν. Το σημείωμα να το,
σύντομο, απλό, βαθύ, καθώς ταιριάζει,
αδιαφορία, συγχώρηση γεμάτο
για κείνον που θα κλαίει και θα διαβάζει.
Βλέπουν τον καθρέφτη, βλέπουν την ώρα,
Ρωτούν αν είναι τρέλα τάχα ή λάθος,
«όλα τελείωσαν» ψιθυρίζουν «τώρα»,
πως θ’ αναβάλουν βέβαιοι κατά βάθος.
(Ιδανικοί αυτόχειρες)
Επίλογος
-Τι κρίμα! Αν δεν αυτοκτονούσε, θα γινόταν μεγάλος ποιητής, είπαν κάποιοι που νομίζουν πως η Τέχνη και ειδικότερα η Ποίηση, είναι μία απλή ασχολία ανεξάρτητη από τη ζωή.
Κάνουν λάθος, γιατί για ένα αληθινό ποιητή, ζωή και τέχνη γίνονται ένα. Το έργο του ποιητή, σάρξ εκ της σαρκός του, δεν είναι άλλο παρά έκφραση της ζωής του, έτσι ώστε ζωή και τέχνη μαζί ν’ αρχίζουν, μαζί να προχωρούν και μαζί να τελειώνουν.
Θα μπορούσαμε να σκεφτούμε το αντίθετο: αν ζώντας μόνο 32 χρόνια, άφησε πίσω του ένα τόσο σημαντικό και πρωτοποριακό έργο, πόσο ουσιαστικά ήταν τα χρόνια αυτά για να δώσουν τέτοιας ποιότητας ποιήματα.
Ο Κ. Καρυωτάκης είναι ιδιαίτερα ο ποιητής των εφήβων. Το κλίμα της ποίησής του, η απαισιοδοξία και ο βαθύς σαρκασμός του βρίσκουν μεγάλη ανταπόκριση στη γεμάτη σύγχυση διάθεση του νέου, που αρχίζει ν’ ανακαλύπτει τον κόσμο.
Τρεις οι ποιητικές συλλογές του:
1918: Ο Πόνος του Ανθρώπου και των Πραμάτων
1919: Νηπενθή
1927: Ελεγεία και Σάτιρες.
Το ποιητικό έργο του δημιουργεί το κατώφλι του μοντέρνου ποιητικού λόγου. Ανοίγει ένα καινούργιο δρόμο στην ποίηση της εποχής του, ευτελίζοντας τη μεγαλοστομία, το στόμφο, την ηρωομανία και τη γλυκερή ωραιοπάθεια. Στάθηκε ο πρώτος αρνητής στο κατεστημένο της αστικής ποίησης και έδειξε πως η ποίηση μπορεί να γίνει όπλο, το ίδιο ισχυρό και επικίνδυνο, όσο και η επανάσταση.
Δέσποινα Στυλιανίδου - Φιλόλογος
«Η ποίηση δεν είναι υπόθεση ανέξοδη, για να μπει στην ψυχή μας, τρώει το κορμί μας»
Δ. Μαρωνίτης
Δ. Μαρωνίτης
Είμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένεςκιθάρες. Ο άνεμος, όταν περνάει,
στίχους, ήχους παράφωνους ξυπνάει
στις χορδές που κρέμονται σαν καδένες.
Είμαστε κάτι απίστευτες αντένες.
Υψώνονται σα δάχτυλα στα χάη,
στην κορυφή τους τ’ άπειρο αντηχάει,
μα γρήγορα θα πέσουνε σπασμένες.
Είμαστε κάτι διάχυτες αισθήσεις,
χωρίς ελπίδα να συγκεντρωθούμε.
Στα νεύρα μας μπερδεύεται όλη η φύσις.
Στο σώμα, στην ενθύμιση πονούμε.
Μας διώχνουνε τα πράγματα, κι η ποίησις
Είναι το καταφύγιο που φθονούμε.
(Ιστορία)
Στις 28 Ιουλίου του 1928, στην πόλη της Πρέβεζας γύρω στις πέντε το απόγευμα, κάτω από ένα λευκάδι βάζει τέλος στη ζωή του ο Κώστας Καρυωτάκης. Την περασμένη νύχτα δέκα ώρες παλεύει με τα κύματα χωρίς να καταφέρει να δώσει τέλος στη ζωή του. Η θάλασσα τον βγάζει ζωντανό στη στεριά. Γυρνά στο σπίτι του και κλείνεται στο δωμάτιό του ως το μεσημέρι. Όταν βγαίνει στην αγορά, ντυμένος σα γαμπρός με το καλό του κουστούμι, το ψάθινο καπέλο του και τη γραβάτα του δεμένη άψογα, κανένας απ’ όσους τον βλέπουν δεν υποψιάζεται, αυτό που θα ακολουθήσει.
Αγοράζει ένα περίστροφο και πηγαίνει σε ένα παραλιακό καφενεδάκι. Πίνει καφέ καπνίζοντας συνεχώς κι εκεί γράφει το σημείωμα που μας άφησε. Πληρώνει, και περπατάει στην ερημική παραλία. Κάθεται κάτω από ένα λευκάδι και με το περίστροφο δίνει τέλος στη ζωή του.
Στο σημείωμα γράφει με νευρικά γράμματα:
«Είναι καιρός να φανερώσω την τραγωδία μου… Κάθε πραγματικότης μου ήταν αποκρουστική. Είχα τον ίλιγγο του κινδύνου. Και τον κίνδυνο που ήρθε τον δέχομαι με πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ, δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών, κι εθεώρησαν την ύπαρξή τους παιχνίδι χωρίς ουσία. Τους βλέπω να έρχονται ολοένα περισσότεροι μαζί με τους αιώνες. Σ’ αυτούς απευθύνομαι. Αφού εδοκίμασα όλες τις χαρές!!!, είμαι έτοιμος τώρα για ένα ατιμωτικό θάνατο…»
Έτσι τη μέρα αυτή, με τον ίδιο πυροβολισμό που η Αικατερίνη Καρυωτάκη έχανε το γιο της, στην Ελλάδα γινόταν γνωστό το έργο ενός μεγάλου ποητή.
Αγοράζει ένα περίστροφο και πηγαίνει σε ένα παραλιακό καφενεδάκι. Πίνει καφέ καπνίζοντας συνεχώς κι εκεί γράφει το σημείωμα που μας άφησε. Πληρώνει, και περπατάει στην ερημική παραλία. Κάθεται κάτω από ένα λευκάδι και με το περίστροφο δίνει τέλος στη ζωή του.
Στο σημείωμα γράφει με νευρικά γράμματα:
«Είναι καιρός να φανερώσω την τραγωδία μου… Κάθε πραγματικότης μου ήταν αποκρουστική. Είχα τον ίλιγγο του κινδύνου. Και τον κίνδυνο που ήρθε τον δέχομαι με πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ, δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών, κι εθεώρησαν την ύπαρξή τους παιχνίδι χωρίς ουσία. Τους βλέπω να έρχονται ολοένα περισσότεροι μαζί με τους αιώνες. Σ’ αυτούς απευθύνομαι. Αφού εδοκίμασα όλες τις χαρές!!!, είμαι έτοιμος τώρα για ένα ατιμωτικό θάνατο…»
Έτσι τη μέρα αυτή, με τον ίδιο πυροβολισμό που η Αικατερίνη Καρυωτάκη έχανε το γιο της, στην Ελλάδα γινόταν γνωστό το έργο ενός μεγάλου ποητή.
Τα πρώτα χρόνια – Ο χαρακτήρας τουΓεννήθηκε στην Τρίπολη στα 1896. Γιος του νομοχηχανικού Γεωργίου Καρυωτάκη και της αρχοντοκόρης Αικατερίνης. Έχει μία αδερφή μεγαλύτερη κι ένα μικρότερο αδερφό.
Ο ίδιος από γεννησιμιού του είναι κοντός, αδύνατος και κακοφτιαγμένος, σα να έπασχε από γεροντίαση. Ήταν ένα λυμφατικό αγοράκι, που δεν θύμιζε σε τίποτα τα όμορφα και γεροδεμένα αδέρφια του. Το ντροπαλό και λιγομίλητο αγόρι, γίνεται ένας δειλός και χωρίς σιγουριά άντρας.
Εξαιτίας του επαγγέλματος του πατέρα του γύρισε από μικρός πολλά μέρη: τη Λευκάδα, τη Λάρισα, την Πάτρα και τελευταία τα Χανιά, όπου έμεινε ως το 1913. Έλαβε επιμελημένη μόρφωση γνωρίζοντας άριστα τη γαλλική και λιγότερο τη γερμανική γλώσσα.
Ανατράφηκε με αυστηρές αρχές, κάτι που θα επιδράσει πολύ αρνητικά στην ευαίσθητη ψυχοσύνθεσή του και που θα αδρανοποιήσει για πάντα την ικανότητά του για άμυνα απέναντι στον εαυτό του, στους ανθρώπους και τη ζωή γενικότερα.
Χλωμό και αδύνατο, δεν «τον παίζουν» οι συνομήλικοι του στα παιχνίδια τους. Τον φωνάζουν «γέρο» και τον αποφεύγουν. Μικρός δεν θα τρέξει και δεν θα ξεφωνίσει, όπως όλα τα παιδιά. Τα παιδικά του χρόνια θα τα περάσει περήφανος και τρομοκρατημένος.
Καθώς μεγαλώνει, σαρκαστικός, προφητικός και καθόλου ρομαντικός, βλέπει καθαρά πως τον φόρτωσαν με άχρηστο υλικό και προκατασκευασμένες αξίες. Η αυστηρή ανατροφή του στραγγάλισε καθετί αυθόρμητο και ζωντανό, τον φάσκιωσε με τις συνεχείς απαγορεύσεις και τους καθωπρεπισμούς.
Ήταν ψυχικά άρρωστος; Ναι, όπως διέγνωσε η επιστήμη, αλλά ανίσχυρος να αντιδράσει. Η ανικανότητά του να αντιδράσει στο οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον που περιφρονεί και απορρίπτει, τον αρρωσταίνει ακόμη περισσότερο.
Τα πρώτα του στιχάκια τα γράφει στα δεκάξι του χρόνια. Τότε είναι που θα τον ερωτευτεί στα Χανιά η νεαρή Άννα Σκορδίλη. Ο έρωτας όμως αυτός δεν θα κρατήσει πολύ, γιατί θα φύγει για σπουδές στην Αθήνα. Η ωραία κόρη θα παντρευτεί άλλον.
Στα 21 του χρόνια, το 1917, παίρνει το πτυχίο της Νομικής. Τον ίδιο καιρό στρατεύεται. Με αποσπάσεις και αναρρωτικές απολύεται οριστικά το 1920 και την επόμενη χρονιά διορίζεται στην Νομαρχία Αττικής. Τον Απρίλη του 1922 θα γνωριστεί εκεί με τη Μαρία Πολυδούρη, που μετατίθεται από τη Νομαρχία της Μεσσηνίας. Εκείνος είναι 26 ετών και η Μαρία 20. Όλη την ελευθερία που του λείπει, την έχει αυτή και για τους δυο.
Της γράφει: «Πονώ, επειδή σ’ αγαπώ περισσότερο απ’ όσο εφαντάστηκα ότι μπορούσα ποτέ ν’ αγαπήσω…». Τον Οκτώμβρη με επιστολή της η Μαρία του ζητά να παντρευτούν, αυτός όμως αρνείται, γιατί κανένα αίσθημα, όσο ισχυρό κι αν είναι δεν θα ξεπεράσει το φόβο για τους δικούς του. Γι’ αυτόν πρότυπα γυναίκας είναι η μητέρα του και η αδερφή του, που σεβάστηκαν όλους τους κοινωνικούς θεσμούς. Η Μαρία είναι πολύ προοδευτική για τα δεδομένα της εποχής και ο Καρυωτάκης είναι σύμφωνος με τη γνώμη του πατέρα του, που την θεωρεί «απαράδεχτη». Αυτό όμως δεν τον εμποδίζει να τη θαυμάζει και να την αγαπά. Η σκιά των δικών του είναι βαριά, για τους γονείς του ο δεσμός με τη Μαρία δεν υπήρχε.Πολλά έχουν λεχτεί και για το αφροδίσιο νόσημα από το οποίο προσεβλήθη, θύμα της ατυχίας.
Θα γράψει:
…………………………………………
Κι ήταν ωραία ως σύνολο η αγορασμένη φίλη,
στο δείλι αυτό του μακρινού πέρα χειμώνος, όταν,
γελώντας αινιγματικά, μας έδινε τα χείλη
κι έβλεπε το ενδεχόμενο, την άβυσσο που έρχοταν.
(Ωχρά σπειροχαίτη).
Σίγουρα δεν ήταν ο μοναδικός που αντιμετώπισε τέτοιο πρόβλημα. Η αρρώστια όμως αυτή έδωσε ένα δυνατό χτύπημα στην ευαίσθητη ψυχοσύνθεσή του, την ήδη δοκιμασμένη, κι αυτό θα τον συνθλίψει. Πολλοί υποστηρίζουν πως γι’ αυτό αρνήθηκε να δεχτεί το γάμο που του πρότεινε η Πολυδούρη. Δεν ήταν όμως η μοναδική αιτία, ήταν και η άρνηση της οικογένειας του να την αποδεχτεί, έτσι ανεξάρτητη και φεμινίστρια που ήταν.
Θα γράψει:
…………………………………………
Κι ήταν ωραία ως σύνολο η αγορασμένη φίλη,
στο δείλι αυτό του μακρινού πέρα χειμώνος, όταν,
γελώντας αινιγματικά, μας έδινε τα χείλη
κι έβλεπε το ενδεχόμενο, την άβυσσο που έρχοταν.
(Ωχρά σπειροχαίτη).
Σίγουρα δεν ήταν ο μοναδικός που αντιμετώπισε τέτοιο πρόβλημα. Η αρρώστια όμως αυτή έδωσε ένα δυνατό χτύπημα στην ευαίσθητη ψυχοσύνθεσή του, την ήδη δοκιμασμένη, κι αυτό θα τον συνθλίψει. Πολλοί υποστηρίζουν πως γι’ αυτό αρνήθηκε να δεχτεί το γάμο που του πρότεινε η Πολυδούρη. Δεν ήταν όμως η μοναδική αιτία, ήταν και η άρνηση της οικογένειας του να την αποδεχτεί, έτσι ανεξάρτητη και φεμινίστρια που ήταν.
Δημόσιος Υπάλληλος
Οι υπάλληλοι όλοι λειώνουν και τελειώνουν
σαν στήλες δύο δύο μες στα γραφεία.
(Ηλεκτρολόγοι θα’ ναι η Πολιτεία
κι ο Θάνατος, που τους ανανεώνουν).
Κάθονται στις καρέκλες, μουτζουρώνουν
αθώα λευκά χαρτιά, χωρίς αιτία.
«Συν τη παρούση αλληλογραφία
έχομεν την τιμήν» διαβεβαιώνουν.
Και μοναχά η τιμή τους απομένει,
όταν ανηφορίζουνε τους δρόμους,
το βράδυ στις οχτώ, σαν κουρντισμένοι.
Παίρνουν κάστανα, σκέπτονται τους νόμους,
Σκέπτοναι το συνάλλαγμα, τους ώμους
σηκώνοντας, οι υπάλληλοι οι καημένοι.
(Δημόσιοι υπάλληλοι)
Οι υπάλληλοι όλοι λειώνουν και τελειώνουν
σαν στήλες δύο δύο μες στα γραφεία.
(Ηλεκτρολόγοι θα’ ναι η Πολιτεία
κι ο Θάνατος, που τους ανανεώνουν).
Κάθονται στις καρέκλες, μουτζουρώνουν
αθώα λευκά χαρτιά, χωρίς αιτία.
«Συν τη παρούση αλληλογραφία
έχομεν την τιμήν» διαβεβαιώνουν.
Και μοναχά η τιμή τους απομένει,
όταν ανηφορίζουνε τους δρόμους,
το βράδυ στις οχτώ, σαν κουρντισμένοι.
Παίρνουν κάστανα, σκέπτονται τους νόμους,
Σκέπτοναι το συνάλλαγμα, τους ώμους
σηκώνοντας, οι υπάλληλοι οι καημένοι.
(Δημόσιοι υπάλληλοι)
Ο Καρυωτάκης δουλεύει σε ένα γραφείο του δημοσίου, όπως ο Κ. Καβάφης και ο Γ. Σεφέρης αργότερα. Έρχεται σε σύγκρουση με το διευθυντή του και υποβάλλει την παραίτηση του. Μετατίθεται στο Υπουργείο Πρόνοιας, αλλά θαρρείς και η φήμη του τον ακολουθεί. Θεωρείται νευρασθενικός και παράξενος, δεν είναι σαν όλους τους άλλους, είναι διαφορετικός.
Η πλειονότητα των ημιμαθών συναδέλφων του τον βάζει στόχο. Ό,τι αποτελεί τη δόξα του δημοσίου υπαλλήλου, προκαλεί την περιφρόνηση του ποιητή. Αντιμετωπίζει με αδιαφορία το γραφειοκρατικό χαρτοβασίλειο. Είναι ανίκανος να αντιμετωπίσει τις μικρότητες,τις αντιζηλίες και τις ευτέλειες, με τις οποίες τρέφεται και αναρριχάται ο κόσμος των γραφείων και των υπηρεσιών.
Η μοναξιά του εντείνεται. Η απόσταση ανάμεσα σ’ αυτόν και τη Μαρία μεγαλώνει. Τον Απρίλη του 1928 κάνει ένα ταξίδι στο Παρίσι. Επιστρέφοντας, τον περιμένει η δεύτερη μετάθεση σε ένα χρόνο, αυτή τη φορά για την Πρέβεζα. Πριν φύγει, πηγαίνει να επισκεφτεί τη Μαρία στη «Σωτηρία», όπου νοσηλεύεται χτυπημένη από τη φυματίωση. Η συνάντηση θα είναι σκληρή και παγερή. Ο Καρυωτάκης της αφήνει φεύγοντας το ποίημα του «Τι νέοι που φτάσαμεν εδώ…», που είναι μια κραυγή απελπισίας:
……………………………………………………………………………………..
Κι είμαστε νέοι, πολύ
νέοι, και μας άφησεν εδώ, μια νύχτα, σ’ ένα βράχο,
το πλοίο που τώρα χάνεται στου απείρου την καρδιά,
χάνεται και ρωτιόμαστε τι ν’άχουμε, τι ν’άχω,
που σβήνουμε όλοι, φεύγουμ’ έτσι νέοι, σχεδόν παιδιά!
Η πλειονότητα των ημιμαθών συναδέλφων του τον βάζει στόχο. Ό,τι αποτελεί τη δόξα του δημοσίου υπαλλήλου, προκαλεί την περιφρόνηση του ποιητή. Αντιμετωπίζει με αδιαφορία το γραφειοκρατικό χαρτοβασίλειο. Είναι ανίκανος να αντιμετωπίσει τις μικρότητες,τις αντιζηλίες και τις ευτέλειες, με τις οποίες τρέφεται και αναρριχάται ο κόσμος των γραφείων και των υπηρεσιών.
Η μοναξιά του εντείνεται. Η απόσταση ανάμεσα σ’ αυτόν και τη Μαρία μεγαλώνει. Τον Απρίλη του 1928 κάνει ένα ταξίδι στο Παρίσι. Επιστρέφοντας, τον περιμένει η δεύτερη μετάθεση σε ένα χρόνο, αυτή τη φορά για την Πρέβεζα. Πριν φύγει, πηγαίνει να επισκεφτεί τη Μαρία στη «Σωτηρία», όπου νοσηλεύεται χτυπημένη από τη φυματίωση. Η συνάντηση θα είναι σκληρή και παγερή. Ο Καρυωτάκης της αφήνει φεύγοντας το ποίημα του «Τι νέοι που φτάσαμεν εδώ…», που είναι μια κραυγή απελπισίας:
……………………………………………………………………………………..
Κι είμαστε νέοι, πολύ
νέοι, και μας άφησεν εδώ, μια νύχτα, σ’ ένα βράχο,
το πλοίο που τώρα χάνεται στου απείρου την καρδιά,
χάνεται και ρωτιόμαστε τι ν’άχουμε, τι ν’άχω,
που σβήνουμε όλοι, φεύγουμ’ έτσι νέοι, σχεδόν παιδιά!
Στην Πρέβεζα
Θάνατος είναι οι κάργες που χτυπιούνται
στους μαύρους τοίχους και στα κεραμίδια,
θάνατος οι γυναίκες που αγαπιούνται
καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια.
Θάνατος οι λεροί, ασήμαντοι δρόμοι
με τα λαμπρά, μεγάλα ονόματά τους,
ο ελαιώνας, γύρω η θάλασσα, κι ακόμη
ο ήλιος, θάνατος μέσα στους θανάτους.
…………………………………..
(Πρέβεζα)
Πόσα δεν έχουν λεχτεί για την επίδραση του επαρχιακού αυτού τόπου και της κλειστής ζωής στον κλονισμένο ψυχισμό του ποιητή! Σίγουρα η δυσμενής αυτή μετάθεση ήταν ότι χειρότερο για τη χρονική στιγμή που έγινε. Ο ερχομός ενός Αθηναίου ανώτερου κρατικού υπαλλήλου σε μια μικρή πόλη, δεν μπορούσε να περάσει απαρατήρητος. Η παρουσία του, ιδιόρρυθμη ούτως ή άλλως για τα επαρχιακά πρότυπα, γίνεται επίκεντρο σχολιασμού.
Είναι υποχρεωμένος να συνεχίσει και τη θεραπεία του κι έτσι καταφεύγει στο φαρμακοποιό της πόλης για τις ενέσεις που πρέπει να κάνει. Το μυστικό του σύντομα μαθαίνεται σε όλη την πόλη. Να διακόψει τη θεραπεία αδύνατο, κινδυνεύει από τρέλα, τύφλωση ή παράλυση.
Αλλά ας μην κατηγορούμε την πόλη, όπως κάνουν κάποιοι κριτικοί. Τα προβλήματα υπήρχαν, δεν τα δημιούργησε η Πρέβεζα. Άλλωστε δεν είχε μείνει εκεί παρά μόνο ένα μήνα. «Η πόλις θα σε ακολουθεί», όπως λέει και Καβάφης. Τα ίδια προβλήματα δεν αντιμετώπιζε άλλωστε και στην Αθήνα;
Έτσι στις 28 Ιουλίου γράφει το τελευταίο σημείωμά του σε ηλικία 32 χρονών. Λέει αυτά που έχει πει νωρίτερα στα ποιήματά του, που στην ουσία είναι το χρονικό ενός προαναγγελθέντος εγκλήματος:
Γυρίζουν το κλειδί στην πόρτα, παίρνουν
τα παλιά, φυλαγμένα γράμματά τους,
διαβάζουν ήσυχα, κι έπειτα σέρνουν
για τελευταία φορά τα βήματά τους.
Ήταν η ζωή τους, λένε, τραγωδία.
Θεέ μου, το φριχτό γέλιο των ανθρώπων,
τα δάκρυα, ο ιδρώς, η νοσταλγία
των ουρανών, η ερημία των τόπων.
Στέκονται στο παράθυρο, κοιτάνε
τα δέντρα, τα παιδιά, πέρα τη φύση,
τους μαρμαράδες ς που σφυροκοπάνε,
τον ήλιο που για πάντα θέλει δύσει.
Όλα τελείωσαν. Το σημείωμα να το,
σύντομο, απλό, βαθύ, καθώς ταιριάζει,
αδιαφορία, συγχώρηση γεμάτο
για κείνον που θα κλαίει και θα διαβάζει.
Βλέπουν τον καθρέφτη, βλέπουν την ώρα,
Ρωτούν αν είναι τρέλα τάχα ή λάθος,
«όλα τελείωσαν» ψιθυρίζουν «τώρα»,
πως θ’ αναβάλουν βέβαιοι κατά βάθος.
(Ιδανικοί αυτόχειρες)
Επίλογος-Τι κρίμα! Αν δεν αυτοκτονούσε, θα γινόταν μεγάλος ποιητής, είπαν κάποιοι που νομίζουν πως η Τέχνη και ειδικότερα η Ποίηση, είναι μία απλή ασχολία ανεξάρτητη από τη ζωή.
Κάνουν λάθος, γιατί για ένα αληθινό ποιητή, ζωή και τέχνη γίνονται ένα. Το έργο του ποιητή, σάρξ εκ της σαρκός του, δεν είναι άλλο παρά έκφραση της ζωής του, έτσι ώστε ζωή και τέχνη μαζί ν’ αρχίζουν, μαζί να προχωρούν και μαζί να τελειώνουν.
Θα μπορούσαμε να σκεφτούμε το αντίθετο: αν ζώντας μόνο 32 χρόνια, άφησε πίσω του ένα τόσο σημαντικό και πρωτοποριακό έργο, πόσο ουσιαστικά ήταν τα χρόνια αυτά για να δώσουν τέτοιας ποιότητας ποιήματα.
Ο Κ. Καρυωτάκης είναι ιδιαίτερα ο ποιητής των εφήβων. Το κλίμα της ποίησής του, η απαισιοδοξία και ο βαθύς σαρκασμός του βρίσκουν μεγάλη ανταπόκριση στη γεμάτη σύγχυση διάθεση του νέου, που αρχίζει ν’ ανακαλύπτει τον κόσμο.
Τρεις οι ποιητικές συλλογές του:
1918: Ο Πόνος του Ανθρώπου και των Πραμάτων
1919: Νηπενθή
1927: Ελεγεία και Σάτιρες.
Το ποιητικό έργο του δημιουργεί το κατώφλι του μοντέρνου ποιητικού λόγου. Ανοίγει ένα καινούργιο δρόμο στην ποίηση της εποχής του, ευτελίζοντας τη μεγαλοστομία, το στόμφο, την ηρωομανία και τη γλυκερή ωραιοπάθεια. Στάθηκε ο πρώτος αρνητής στο κατεστημένο της αστικής ποίησης και έδειξε πως η ποίηση μπορεί να γίνει όπλο, το ίδιο ισχυρό και επικίνδυνο, όσο και η επανάσταση.
Δέσποινα Στυλιανίδου - Φιλόλογος
ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥ ΕΛΛΗΝΑ ΖΩΓΡΑΦΟΥ
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)





