Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου 2007

Ο 1ος ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣ

Με αρκετή, για πρώτη φορά, συμμετοχή έληξε ο 1ος διαγωνισμός φωτογραφίας του ΣΠΣ . Τα θέματα θα εκτεθούν από την δεύτερη μέρα των εκδηλώσεων για την Αγ. Βαρβάρα στην αίθουσα πολλαπλών χρήσεων της Κοινότητας χωρίς τα ονόματα των συμμετεχόντων. Μετά την ψηφοφορία και την απονομή του βραβείου θα τοποθετηθούν τα ονόματα των συμμετεχόντων και η έκθεση θα μείνει ανοικτή ως την Κυριακή 9 Δεκεμβρίου.
Οι συμμετέχοντες ήταν Γίτσα Κατερίνα, Καραπιπέρη Βίκη, Καραπιπέρης Αχιλλέας, Ντεράκη Τόνια, Πασχαλίδης Δημήτρης, Φλώρος Σπύρος

ΤΑ ΝΕΑ ΤΟΥ ΜΠΑΣΚΕΤ

Ύστερα από 7 αγωνιστικές η ομάδα μας κατέχει την 2η θέση με 13 βαθμούς και με μια αγωνιστική λιγότερη έχει διαφορά από την πρώτη μόλις 2 βαθμών,στο πρωτάθλημα της Γ εθνικής κατηγορίας.
Στην τελευταία αγωνιστική και με αντίπαλο την ομάδα της Καβάλας η ομάδα μας ηττήθηκε για πρώτη φορά στο φετινό πρωτάθλημα , με ένα τρίποντο που κατάφερε να πετύχει η αντίπαλη ομάδα στα τελευταία 3 δευτερόλεπτα.Το τελικό αποτέλεσμα ήταν 57-60.
ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ
11-11-07 ΜΑΚΑΜΠΗ- ΣΑ ΣΤΡΑΤΩΝΙΟΥ 82-93
ΕΠΟΜΕΝΕΣ ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΕΣ
5-12-07 ΑΣ ΙΩΝΙΚΟΣ ΙΩΝΙΑΣ-ΣΑ ΣΤΡΑΤΩΝΙΟΥ (ΙΩΝΙΑΣ ΔΙΑΒΑΤΩΝ)
9-12-07 ΓΣ Μ.ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ-ΣΑ ΣΤΡΑΤΩΝΙΟΥ (ΜΙΚΡΑΣ Α.)
12-12-07 ΣΑ ΣΤΡΑΤΩΝΙΟΥ-ΓΑΣ ΑΡΙΩΝ ΞΑΝΘΗΣ (ΙΕΡΙΣΟΥ)
16-12-07 ΣΑ ΣΤΡΑΤΩΝΙΟΥ-ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ Α.Ο (ΙΕΡΙΣΣΟΥ)23-12-07 ΓΑΣ ΧΑΛΚΗΔΟΝΑΣ-ΣΑ ΣΤΡΑΤΩΝΙΟΥ (ΧΑΛΚΗΔΟΝΑΣ

Τ. ΝΤΕΡΑΚΗ

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΜΙΚΡΟΥΣ ΜΑΣ ΦΙΛΟΥΣ Η Παραμυθομαζώχτρα

Πως η Μαρουσώ νίκησε τον πειρατή

Τα παραμύθια έδιναν κι έπαιρναν τις βραδινές ώρες. Τότε δεν είχαμε παντζούρια, μόνο μπλε κόλλες καρφωμένες στα κουφώματα με πινέζες να μη μπαίνει το φως το πρωινό και κουρτίνες πλεγμένες φιλέ – δίχτυ δηλαδή- με περίτεχνα σχέδια.
Το ψηλό πεύκο στην αυλή πήγαινε κι ερχόταν απαλά απ’ το βραδινό αεράκι κι οι σκιές πάνω στα μπλε χαρτιά έπαιρναν τεράστιες διαστάσεις, εξωπραγματικές, στα παιδικά μας μάτια.
Και τα αρχοντόπουλα, δικά μας, όχι ξενόφερτα. Κάθε νησί και το δικό του κι οι πειρατές να προσπαθούν να κυριεύσουν τα κάστρα, ειδικά όταν ο Ρήγας έλειπε μακριά, στον πόλεμο.
Ένα τέτοιο παραμύθι, αρχίζει έτσι…

Έφυγε ο Ρήγας ο ξακουστός σε πόλεμο να πάει παίρνοντας μαζί του τα καλύτερα παλικάρια κι έμεινε μόνη στον πύργο πάνω στα κατσάβραχα η αρχοντοπούλα, η κόρη του, έγκλειστη. Μαζί της η μάνα, η αρχόντισσα η μεγάλη, αυστηρή και μεγαλόπρεπη κι η παραμάνα που τα μεγάλωσε από μικρή. Για παρέα είχε κοντά της κορίτσια της ηλικίας της από το νησί.
Για τα ψώνια κι ότι άλλο χρειάζονταν, έριχναν πλεκτό δίχτυ με σχοινί κι οι πραματευτάδες τους το γεμίζανε με όλα τα καλά. Η πόρτα του κάστρου δεν άνοιγε για κανένα ξένο.
Η εντολή του πατέρα, πριν φύγει αυστηρή: αν φανεί πειρατικό καράβι, να κλειστούν όλοι οι νησιώτες στο κάστρο μέσα, να ταμπουρωθούν, μέχρι να αναγκασθούν οι πειρατές να φύγουν. Κι ο άρχοντας, όταν θα γύριζε πίσω, θα τους έφερνε καράβια γεμάτα λάφυρα. Έτσι ήτανε τότε. Κοντραμπάντο, σάλτα, πλιάτσικο. Άλλοι καιροί…
Και να, που πριν φανούν τα καράβια του άρχοντα, ένα άλλο πλεούμενο – μαύρο κι άραχλο – με νεκροκεφαλή στη σημαία, ύπουλο φίδι, γλιστρούσε από την άλλη μεριά του νησιού.
Ίσα που πρόλαβαν οι νησιώτες να μαζέψουν τα ζωντανά τους και να κλειστούν στο κάστρο, όταν ο βιγλάτορας τους έδωσε το σύνθημα σφυρίζοντας με μια θαλασσινή κογχύλα:
-Πειρατές, πειρατές απ’ τη Μπαρμπαριά, όλοι μέσα…
Κλείσαν και αμπάρωσαν τη μεγάλη Πορτάρα κι από ψηλά κοιτούσαν τις κινήσεις των πειρατών. Γελούσαν και τα μουστάκια των πειρατών απ’ τη μεγάλη χαρά που θάπαιρναν σε λίγο: εδώ τα ουρί του παραδείσου, εδώ το γλυκό κρασί, εδώ τυριά, ψωμιά ζεστά και κρέατα… Δόξα τον Αλλάχ. Όλα δικά τους θάτανε την άλλη μέρα.
Ο καπετάνιος τους, ο Σεϊτάν με τ’ όνομα, έδωσε διαταγή:
-Νύχτωσε για τα καλά. Βάλτε το τσουκάλι στη φωτιά να μαγειρέψει ο μάγειρας, να φάμε καλά να στυλωθούμε. Να κοιμηθούμε και το πρωί να κάνουμε ρεσάλτο να πάρουμε το κάστρο. Φέρτε μου να πιω, πιείτε κι εσείς, σας αξίζει να χαλαρώσετε απ’ το κούνημα της θάλασσας. Πιάστε ένα πουρνάρι κι απαγκιάστε.
Οι κόρες οι θαλασσινές από πάνω τα άκουγαν αυτά πούφερνε ο αγέρας τα μαντάτα, σαν νεαρές κοπέλες όμως, δώστου και χασκογελούσαν, μαζί κι η αρχοντοπούλα, η κυρά του πύργου. Η παραμάνα κοιμόταν του καλού καιρού. Είχε γεράσει πια και τα πόδια της πονούσαν απ’ την υγρασία που σήκωνε το πέλαγος.
Μόλις απόφαγαν οι πειρατές κι ήπιαν του σκασμού, κατά διαταγή του καπετάνιου αφήσαν κατά μέρος της χατζάρες τους και έβγαλαν τα καπέλα τους και τα δερμάτινα ποδήματα τους. Χαλαροί γύρω απ’ τη φωτιά χουζούρευαν και αγκάλιαζαν από μια πέτρα για μαξιλάρι και νόμιζαν πως ήταν σε νυφικό κρεβάτι, αγκαλιά με μια πεντάμορφη γυναίκα κι η φωτιά τους νανούριζε σα μάνα…
Η πιο πονηρή απ’ τις κοπέλες, που ήταν πλάι στην αρχοντοπούλα, μια μελαχρινή όλο τσαχπινιά και νάζι, η πανέξυπνη Μαρουσώ, ζήτησε από τη αρχοντοπούλα να την κατεβάσουν κάτω με το δίχτυ, να δει τα θηρία της Μπαρμπαριάς! Σ’ ένα μπόγο πήρε μερικά πράγματα που της ήταν απαραίτητα και σιγά - σιγά με τις τροχαλίες πασαλειμμένες με λίπος για μην τρίζουν, έφτασε κάτω, σαν το ψάρι το ζωντανό στο δίχτυ.
Επάνω οι άλλες την έβλεπαν με μάτια γεμάτα φόβο. Η μεγάλη κυρά κοιμότανε κι η παραμάνα παραμιλούσε στον ύπνο της.
Η τσαχπίνα η Μαρουσώ είχε πει στις άλλες κοπέλες: -Όταν τραβήξω τρεις φορές το σχοινί, να μ’ ανεβάσετε πάνω, το το νου σας…
Πλησιάζει στους πειρατές που ήταν παραδομένοι σε βαθύ ύπνο και ροχάλιζαν του καλού καιρού, μην περιμένοντας αντίσταση από τους φοβισμένους χωρικούς. Στη μέση, πάνω στη φωτιά ο μάγειρας έβραζε φασόλια για το πρωινό τους. Η Μαρουσώ παίρνει δυο φούχτες κοφτερό πιπέρι και το κοπανάει μέσα στη χύτρα. Μετά δίνει σινιάλο και την ανεβάζουν πάνω.
Το άλλο πρωί σηκώνονται οι πειρατές χαρούμενοι να φάνε και να ορμήσουν στο κάστρο, με την πρώτη κουταλιά ανάβουν, φταρνίζονται άλλο πράμα.
Μέχρι να συνέλθουν, περνάει το πρωινό. Αναβάλλουν την επίθεση για την άλλη μέρα.
Το βράδυ, να τη πάλι η Μαρουσώ. Αυτή τη φορά παίρνει στάχτη απ’ τη φωτιά και τη ρίχνει μέσα στο βαρέλι του κρασιού.
Άρρωστοι πάλι την άλλη μέρα οι πειρατές. Πάλι η επίθεση τους αναβάλλεται.
Κι έρχεται η τρίτη νύχτα. Αποκαμωμένοι πια κοιμούνται οι πειρατές. Τα φτερά τους πεσμένα, το στομάχι τους άρρωστο. Κατεβαίνει πάλι η Μαρουσώ. Αυτή τη φορά η φαντασία της οργιάζει. Κατεβάζει τα μπενεβρέκια τους και τους «στολίζει» με ρεπανάκια και στον τρομερό Σεϊτάν το μπενεβρέκι βάζει ένα καρότο με φουντωτά φύλλα. Παίρνει και τα καπέλα τους και τα αλλάζει. Του καπετάνιου το βάζει στο κεφάλι του μούτσου και του μούτσου στον καπετάνιο. Παίρνει και τις χατζάρες τους και τις πετάει στη θάλασσα. Τραβάει το δίχτυ και την ανεβάζουν πάνω, ξημερώνει η μέρα του θεού και τι να δουν οι πειρατές! Τέτοιο ρεζιλίκι ούτε στο όνειρο τους δεν το φανταζόταν. Αυτό άξιζε στους σκληρούς πειρατές της Μπαρμπαριάς; Και ποιος τα έκανε όλα αυτά και τους τρέλανε; Άνθρωπος; Αποκλείεται. Ποιος θα τολμούσε.
Κοιτάχτηκαν μεταξύ τους. Τι καπέλα ήταν αυτά. Ντροπή, μεγάλη ντροπή. Σαν να τους φάνηκε ότι άκουσαν και κοριτσίστικα γέλια, από ψηλά… Κορίτσια ήταν, ή αερικά; Βάζουν τα χέρια να πιάσουν τις χατζάρες τους, αλλά που; Εξαφανισμένες και αυτές. Δεν άντεξαν. Μπουσουλώντας σχεδόν έφτασαν στις βάρκες και από κει στο μαύρο καράβι με τη νεκροκεφαλή στην παντιέρα. Φωτιά στα μπατζάκια τους!
Με χαμηλή φωνή ο Σεϊτάν έδωσε διαταγή να σηκώσουν τα πανιά και να αποπλεύσουν. Όλα τους έδιωχναν, το κάστρο ήταν στοιχειωμένο. Κι από ψηλά το κουρτινάκι του πύργου είχε κέντημα κοφτό, κι απ’ τις τρύπες του τα ζωηρά μαύρα ματάκια της Μαρουσώς έβλεπαν το πλοίο το μαύρο και άραχλο να ξεμακραίνει και να χάνεται στο πέλαγο και χαμογελούσαν πονηρά.
Κι οι νησιώτες τρίβανε τα μάτια τους, πως έγινε κι εγκατέλειψαν τη λεία τους οι πειρατές χωρίς μάχη. Κι ο βιγλάτορας πήρε τη θαλασσινή κογχύλα και σφύριξε χαρούμενα:
-Ελεύθερο το πέλαγο, βγείτε απ’ το Κάστρο, πάτε στις δουλειές σας. Άγιο είχαμε αυτή τη φορά...
Συν Αθηνά και χείρα κίνει. Υπήρχαν τότε κάτι άνθρωποι, που δεν φοβούνταν τον κίνδυνο, τον προκαλούσαν.
Άλλα χρόνια τότε, αλλιώτικα…

κατά κόσμον Ραλλιώ Στυλιανίδου - Μπαδέμα

Η ΕΠΕΤΕΙΟΣ ΤΗΣ 17 ΝΟΕΜΒΡΗ ΑΠΟ ΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΩΝΙΟΥ

Με τη συμμετοχή της μαθητιώσας νεολαίας του Νηπιαγωγείου , Δημοτικού, Γυμνασίου και Λυκειακών Τάξεων του Στρατωνίου, γιορτάστηκε η επέτειος της 17 Νοέμβρη .

Οι δάσκαλοι και οι καθηγητές οργανώνοντας τους μαθητές με τις ομιλίες, τα σκέτς, τα ποιήματα και τα τραγούδια προσπάθησαν να τους μεταφέρουν το πνεύμα εκείνων των ημερών αλλά και την σημασία εκείνων των γεγονότων για το σήμερα που ζούμε.

Ακολούθησαν καταθέσεις λουλουδιών από τους μαθητές στο Ηρώον

«Και με το φως του λύκου επανέρχονται…»

Το τρίγωνο

Στην είσοδο του χωριού, στο λεγόμενο «τρίγωνο», όχι βέβαια των Βερμούδων, υπήρχε μέχρι πριν λίγους μήνες, ένα παλιό σπίτι. Το λέγαμε «του Μπρέλλη», από τ’ όνομα του τελευταίου ενοίκου του.
Τώρα το σπίτι αυτό γκρεμίστηκε. Ήταν πλέον ετοιμόρροπο αλλά κρατιόταν με πείσμα στα πόδια του. Αυτά τα παλιά σπίτια, αλήθεια, έχουν μία δύναμη απίστευτη. Κρατιούνται με τα δόντια στη ζωή, το έχω προσέξει. Δεν πέφτουν, αν δεν τα ρίξεις.
Όχι, δεν κατηγορώ που το γκρέμισαν. Είχε κάνει τον κύκλο του. Απλά θέλω να θυμηθώ κάποια στιγμιότυπα, που σχετίζονται μαζί του.
Ποιος από τους Στρατωνίσιους θυμάται προεκλογική περίοδο που να μην πήρε μέρος και το σπίτι αυτό; Οι τοίχοι του ήταν το «πεδίο γραφής» όλων των συνθημάτων των πολιτικών κομμάτων. Παλαιότερα, που τα πολιτικά πάθη ήταν πιο έντονα ξεσπούσε εμφύλιος πόλεμος ανάμεσα στους αφισοκολλητές, όταν διαπίστωναν πως οι αντίπαλοι τους είχαν σβήσει από τους τοίχους του σπιτιού τα συνθήματά τους, για να γράψουν τα δικά τους.
Συν τω χρόνω ένας άγραφος νόμος επικράτησε και κάθε τοίχος του σπιτιού αφιερώθηκε σε διαφορετικό κόμμα. Στον ένα γραμμένο με μπλε σύνθημα της Νέας Δημοκρατίας. Στον άλλο με πράσινο του ΠΑΣΟΚ. Στον πλαϊνό με κόκκινο του Κ.Κ.Ε. Οι πολιτικές απόψεις των κατοίκων του χωριού παρήλαυναν στους τοίχους του γραφικού, ακατοίκητου πλέον, σπιτιού και το ανάγκαζαν ν’ αποκτήσει κι’ αυτό…ετερόκλητες πολιτικές πεποιθήσεις. Ήταν, δηλαδή, το πιο πολιτικοποιημένο σπίτι του χωριού!
Εγώ, ωστόσο, θα πω την αλήθεια. Δεν ήθελα να το δω να πέφτει, όσο κι αν ήταν τα τελευταία χρόνια καταφύγιο φιδιών και ποντικών. Το αγαπούσα, γιατί καθημερινά το έβλεπα μπροστά μου από την Καρβουνόσκαλα από τότε που ένιωσα τον εαυτό μου.
Κι ήταν γραφτό να έρθω από την πόλη τη στιγμή που το ξεθεμέλιωναν. Δεν το απόφυγα. Καθόμουν και έβλεπα τα χτυπήματα της μπουλντόζας πάνω του. Αυτό, όσο κι αν φαίνεται παράξενο, αμυνόταν. Χρειάστηκαν πολλά χτυπήματα για να πέσει.
Κοιτούσα και γύριζα πολλά χρόνια πριν, όταν μικρό παιδάκι επισκεπτόμουν την κυρά – Αννίκα του Μπρέλλη με τη μάνα μου. Πηγαίναμε να πάρουμε νερό απ’ το μεγάλο πηγάδι που ήταν λίγο πιο κάτω απ’ το σπίτι.
Έσκυβα με φόβο και κοιτούσα το νερό του πηγαδιού, που μου φαινόταν – έτσι μεγάλο και ανοιχτό που ήταν – σαν το στόμιο της Κόλασης. Σκεφτόμουν πόσο φοβερό θα ήταν, αν έπεφτε κάποιος μέσα, σαν τη Γερακίνα, ας πούμε…
Μετά ανεβαίναμε προς το σπίτι, να μιλήσουμε με τη γλυκιά κυρά – Αννίκα, που αφράτη και ροδομάγουλη μας καλωσόριζε. Καθόμασταν μπροστά στη σκάλα που έβλεπε προς τον Ελαιώνα, πίναμε καφέ κι αγνάντευαμε τη θάλασσα.
Πολλές φορές φούρνιζε φαγητό στον κτιστό φούρνο που ήταν στο πλάι του σπιτιού. Την παρακολουθούσα να πανίζει το ζεστό φούρνο κι ύστερα να βάζει μέσα το ταψί με το φαγητό. Να κλείνει την πόρτα του φούρνου κα να κάθεται μπροστά και να περιμένει…
Γλυκές στιγμές, γραφικές, που παρόμοιες δεν ζούμε πλέον. Γιατί όλα τα παλιά να μας γλυκαίνουν τόσο την ψυχή; Αναρωτιέμαι πολλές φορές. Τι τα κάνει τόσο ξεχωριστά στη μνήμη μας; Σήμερα ζούμε πιο άνετα, απ’ όλες τις απόψεις. Γιατί, τότε, δεν είμαστε ευχαριστημένοι και δεν απολαμβάνουμε, όσα έχουμε;
Η απάντηση είναι απλή. Όσο περισσότερα έχεις, τόσο πιο ανικανοποίητος γίνεσαι. Όταν έχεις λίγα, εκτιμάς, καθετί που σου χαρίζεται, χαίρεσαι με το πιο φτωχό, με το ασήμαντο. Οι απλές χαρές της ζωής, γίνονται οι πιο σημαντικές.
Το κυνήγι των υλικών αγαθών μας έκανε να χάσουμε την ψυχή μας. Και την ψυχή μας την ξαναβρίσκουμε μόνο όταν γυρνούμε στην εποχή της αθωότητας.
Έτσι, και το «σπίτι του Μπρέλλη» ήταν απομεινάρι ενός άλλου τρόπου ζωής και μετά αυτό. Δεν γινόταν να επιβιώσει στη νέα αντίληψη και αισθητική των πραγμάτων, το ένιωθε και το ίδιο πως ήταν πια, μία παραφωνία…

Η Καρβουνοσκαλίτισσα

Τρίτη 4 Δεκεμβρίου 2007

Η εθνική Αντίσταση στην περιοχή μας (1941 -1944)

Στις 25 Νοέμβρη κάθε χρόνο γιορτάζουμε την εθνική μας Αντίσταση κατά των κατακτητών την περίοδο 1941 – 1944. Ας θυμηθούμε, λοιπόν κι εμείς κάποια σημαντικά ιστορικά γεγονότα που αφορούν την περιοχή μας, αλλά και ευρύτερα, τη λεγόμενη «Ελεύθερη Ελλάδα».
Είναι γνωστό πως στη διάρκεια της Κατοχής εγκαταστάθηκαν στο Στρατώνι και στο Σταυρό ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις Γερμανών και Βουλγάρων.
Στο τέλος του Απρίλη του 1943 οργανώνεται η πρώτη ομάδα του ΕΛΑΝ (Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό), που αποτελεί το ναυτικό του Ε.Α.Μ. Στο βιβλίο του «ΕΛΑΝ – VI ΝΑΥΤΙΚΗ ΜΟΙΡΑ», ο Σ. Σπίντζος, γνωστός ως καπετάν Φουρτούνας, αναφέρει «πως το ΕΛΑΝ ιδρύθηκε στην Ιερισσό Χαλκιδικής, η βάση του όμως μεταφέρθηκε στο νησάκι Αμμουλιανή και στο Άγιο Όρος για καλύτερη ασφάλεια και δράση. Στη συνέχεια η βάση μεταφέρθηκε στα νησάκια της Βουρβουρούς».
Επίσης αναφέρει πως στην Τρυπητή υπήρχε φυλάκιο του ΕΛΑΝ, οι άνδρες του οποίου έκαναν τους βαρκάρηδες και πληροφορούσαν ποιος πηγαίνει στο νησί και ποιος φεύγει. Όλοι σχεδόν οι κάτοικοι του νησιού ήταν οργανωμένοι στο ΕΑΜ, κι όλοι προσέφεραν στον αγώνα κατά του κατακτητή, για τη λευτεριά της Πατρίδας, όσο μπορούσαν, όπως ο Μιλτιάδης Σοφιανός (επιτελικό στέλεχος του ΕΛΑΝ), ο Αλέκος Σκουπιώτης και άλλοι.
Σημαντικές πληροφορίες για την αντιστασιακή δράση στην περιοχή μας παραθέτει ο γνωστός συγγραφέας Γ. Ζωγραφάκης στο βιβλίο του «ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΣΤΗ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗ», ένα έργο που αποτίνει φόρο τιμής σε ανθρώπους που πρόσφεραν σημαντικές υπηρεσίες στην πατρίδα τη δύσκολη εκείνη περίοδο.
Δημιουργείται συν τω χρόνω στολίσκος και αργότερα στόλος, που τον αποτελούσαν τα καράβια: «ΧΑΛΚΙΔΙΚΗ», «ΘΑΣΟΣ» και «ΑΜΜΟΥΛΙΑΝΗ». Μ’ αυτά ελέγχει το ΕΛΑΝ μεγάλο μέρος των παραλίων της Χαλκιδικής και επεκτείνει τη δράση του στο Βόρειο Αιγαίο.
Το ΕΛΑΝ Χαλκιδικής υψώνει την ελληνική σημαία στον Ακράθωνα, τον οποίο οι Γερμανοί αναγκάζονται να εγκαταλείψουν. Στις 12 Μαΐου 1944 με αιφνιδιαστική επίθεση καταλαμβάνει το επίτακτο πετρελαιοκίνητο «Άγιος Νικόλαος», εκτός από τον αξιόλογο οπλισμό του πρόσφερε και άλλα σπουδαία εφόδια, ένα τόνο δυναμίτη.
Το δυναμίτη αυτόν η Μεραρχία τον μετέφερε στο Στρατώνι και στο χώρο του εργοστασίου κατασκεύασε τις πρώτες χειροβομβίδες του ΕΛΑΣ. Οι χειροβομβίδες αυτές κατασκευάστηκαν από δυο Ρώσους πυροτεχνουργούς που είχαν δραπετεύσει από το στρατόπεδο αιχμαλώτων της Νέας Μηχανιώνας και κατατάχτηκαν στον ΕΛΑΣ.
Λίγο αργότερα το ΕΛΑΝ κυριεύει έξω από το Στρατώνι το επίτακτο ρυμουλκό «ΖΕΦΥΡΟΣ», το οποίο και εξοπλίζει. Δημιουργεί δεύτερο στολίσκο με 5 καράβια. Καταλαμβάνει το γερμανικό πλοίο «ΑΔΟΛΦΟΣ» και το μετονομάζει σε «ΧΟΛΟΜΩΝΤΑΣ» Στα χέρια του πέφτουν άλλα 4 πλοία.
Τον Ιούλιο του 1944 συγκροτείται στην περιοχή και τρίτος στολίσκος του ΕΛΑΝ. Οργανώνεται και πλωτό νοσοκομείο στο σκάφος «ΑΓΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ» Μέχρι το τέλος Αυγούστου του ’44 στα χέρια του ΕΛΑΝ έπεσαν τουλάχιστον 15 σκάφη, επίτακτα από τους Γερμανούς, με άφθονα λάφυρα.
Στις 29 Αυγούστου, τα καταδιωκτικά του ΕΛΑΝ εντοπίζουν 15 μίλια ανοικτά της Μονής της Μεγίστης Λαύρας ένα ακυβέρνητο δεξαμενόπλοιο. Περιείχε 150 τόνους βενζίνη, αρκετά πετρέλαια και ορυκτέλαια. Τα καύσιμα αυτά ήταν για την εποχή εκείνη σωστός θησαυρός. Το δεξαμενόπλοιο ρυμουλκήθηκε με τεράστια προσπάθεια στο Στρατώνι, όπου είχε προσωρινά την έδρα της η Μοίρα αυτοκινήτων της ΧΙ Μεραρχίας με διοικητή τον καπετάν Βούρο ( Θωμά Τζελέπη, μόνιμο λοχαγό του ελληνικού στρατού).
Έτσι η Μεραρχία έλυσε το πρόβλημα των καυσίμων, αλλά και όλων των άλλων Μεραρχιών της Χαλκιδικής. Χαρακτηριστικά ο στρατηγός Ευριπίδης Μπακιρτζής θα πει τότε: «Χάριςστην μπενζίνα του ΕΛΑΝ μπορέσαμε και κινήσαμε τα οχήματά μας προς τη Θεσσαλονίκη και στην παρέλαση της νίκης».

Η ναυμαχία των Ελευθερίδων
Στις 25 του Σεπτέμβρη του 1944 διεξήχθη μία αληθινή ναυμαχία ανάμεσα σε γερμανικά
πλοία και πλοία του ΕΛΑΝ, κοντά στις Ελευθερίδες νήσους, τα γνωστά μας «νησάκια», Β.Α. του Στρατωνίου.
Τα παρατηρητήρια του ΕΛΑΝ ειδοποίησαν πως 3 γερμανικά πλοία (2 επίτακτα και 1 καταδιωκτικό) φάνηκαν να πλέουν προς το Σταυρό, όπου οι Γερμανοί είχαν μεγάλη στρατιωτική βάση. Έρχονταν απ’ τη Λήμνο και μετέφεραν 500 περίπου άνδρες.
Οι επικεφαλής του ΕΛΑΝ χωρίς δισταγμό αποφάσισαν να χτυπηθούν με τα 3 γερμανικά, αν και ο οπλισμός τους ήταν κατά πολύ βαρύτερος από εκείνον των ελληνικών πλοίων.
Στη ναυμαχία από ελληνικής πλευράς πήραν μέρος τα σκάφη: «ΘΑΣΟΣ», «Ν.5», το «ΧΑΛΚΙΔΙΚΗ», το «ΛΑΟΚΡΑΤΙΑ» και το «ΧΟΛΟΜΩΝΤΑΣ». Το «ΖΕΦΥΡΟΣ» περίμενε κρυμμένο πίσω από τα Νησάκια, για να χτυπήσει, αν οι εχθροί πλησίαζαν ή κατέφευγαν εκεί.
Η σύγκρουση κράτησε ώρες. Στην αρχή υπερίσχυσαν τα βαριά πυρά του γερμανικού καταδιωκτικού. Τότε, με απίστευτο θάρρος το «ΧΑΛΚΙΔΙΚΗ» και το «ΛΑΟΚΡΑΤΙΑ» πλέουν ίσια πάνω του, το πλήρωμα σε απόσταση δραστικής βολής και με καταιγιστικές βολές των 7 πολυβόλων τους, αχρηστεύουν το μεγάλο αντιαεροπορικό πολυβόλο του.
Το γερμανικό προσπαθεί να ξεφύγει αναπτύσσοντας ταχύτητα. Τότε, δυστυχώς, το «ΧΟΛΟΜΩΝΤΑΣ» παθαίνει ζημιά στη μηχανή του από βολή του καταδιωκτικού και ακινητοποιείται. Τα γερμανικά επωφελούνται και απομακρύνονται προς τη βάση τους του Σταυρού.
Τα ελληνικά πλοία σταματούν την καταδίωξη στις 6.35 μ.μ. Η ναυμαχία είχε κρατήσει κοντά 3 ώρες. Οι Γερμανοί έχασαν 25 άνδρες και είχαν 50 – 60 τραυματίες.
Το ΕΛΑΝ είχε ένα νεκρό, τον Αλέκο Σκουπιώτη από την Αμμουλιανή, που πνίγηκε προσπαθώντας να φτάσει στην στεριά από τον ακινητοποιημένο «ΧΟΛΟΜΩΝΤΑ» (οι υπόλοιποι μπήκαν σε βάρκα). Είχε και 3 τραυματίες.
Στη συνέχεια παρατίθενται μαρτυρίες Στρατωνιωτών που πήραν μέρος στη Ναυμαχία των Ελευθερίδων.Ο Γιάννης Δουκάκης λέει: «Αναφέρω ότι στα νησάκια Ελευθερίδες, του κόλπου Ιερισσού, κάναμε μια μάχη κατά των Γερμανών, εν συμπράξει με το ΕΛΑΝ Ιερισσού…»
Ο Αντώνης Ανδριώτης αναφέρει: «Πήρα μέρος στη ναυμαχία με τα γερμανικά ποταμόπλοια στα νησιά Ελευθερίδες…»
Ο Ζαφείρης Λαμπράκης: « Όταν συγκροτήθηκε η ομάδα από το Στρατώνι (Κοτσάκης Ν. – Λαμπράκης Ζ. – Πλανάκης Ν. – Ριζινιώτης Γ. και Δουκάκης Γ) … ήρθε η μοίρα του Βούρου, μας έδωσε οπλισμό, μια σκηνή και εντολή να μείνουμε στα νησιά Λευθερίδες, όπου αρχίσαμε κατασκοπευτική δράση ενάντια των Γερμανών και των Βουλγάρων».
Ο Πλανάκης Παράσχος: «Ήμουν καπετάνιος στο σκάφος «ΕΒΕΡΔΙΚΗ» και μετά στο σκάφος «ΚΕΡΚΥΡΑ» (Πιθανόν βοηθητικά σκάφη).
Ο Σουλτάνης Κώστας από Ιερισσό: «Ήμουνα σε φυλάκιο –παρατηρητήριο στο ακρωτήριο Αράπης…για την παρακολούθηση των γερμανικών πλοίων»
Μπορεί κανείς να πει, συμπερασματικά, πως το ΕΛΑΝ στη Χαλκιδική ήταν ισχυρότατο και πρόσφερε υπηρεσίες πολύ σημαντικές στον αγώνα κατά των κατακτητών. Αποτελεί μία αντανάκλαση στη θάλασσα της γιγάντωσης του αντιστασιακού κινήματος στη στεριά, από τον ΕΛΑΣ κυρίως.
Λαμπρές σελίδες λοιπόν έγραψε το ΕΛΑΝ στην περιοχή μας, μία αντιστασιακή οργάνωση κατά του κατακτητή που απαρτίστηκε από παλικάρια των χωριών μας, που «το έλεγε η καρδιά τους». Που αψήφησαν κάθε φόβο και κίνδυνο σε περίοδο που «όλα τάσκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά».
Κι εμείς σήμερα, βολεμένοι μέσα στην καταναλωτική ευδαιμονία και με υλιστικά πιστεύω,ας συνειδητοποιήσουμε τη σημασία τέτοιων πράξεων, γιατί σχεδόν πάντοτε… η ιστορία επαναλαμβάνεται και συνεχίζεται. Το παραμύθι της ιστορίας, όπως λέει κι ο Γ. Ζωγραφάκης, δεν τελειώνει ποτέ.

Της Δ. Στυλιανίδου

Κορυσχάδες Ευρυτανίας, Εθνικό Συμβούλιο

«Επίδαυρος 1821 – Κορυσχάδες 1944»

14 Μαΐου 1944, μία ιστορική μέρα για την Εθνική μας Αντίσταση κατά των Γερμανών. Τη μέρα αυτή συγκλήθηκε στους Κορυσχάδες το Εθνικό Συμβούλιο, στο οποίο πήραν μέρος και εκφράστηκαν όλες οι πολιτικές και εθνικές δυνάμεις που διέθετε τότε ο τόπος μας, και έδωσαν εντολή στην Π.Ε.Ε.Α (Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης) να προχωρήσει στη εκπλήρωση του ιστορικού της έργου.
Κώστας Σαρρής, ένας θεματοφύλακας του ιστορικού παρελθόντος.

Σεπτέμβριος του 2007.Επισκεπτόμαστε το ιστορικό χωριό των Κορυσχάδων.

Το χωριό απέχει 6 μόλις χιλιόμετρα από το Καρπενήσι. Στη λιθόστρωτη κεντρική πλατεία του αντικρίζουμε το ναό του Αγίου Αθανασίου και σε ψηλότερο επίπεδο το ιστορικό σχολείο του χωριού, όπου έγινε η ιστορικήσυνάντηση των ηγετών όλων των αντιστασιακών οργανώσεων, που δρούσαν εναντίον των εχθρών.
Δυστυχώς το σχολείο είναι κλειστό. Ετοιμαζόμαστε απογοητευμένοι να φύγουμε, όταν ξεπροβάλλει ένας θαλερός γέροντας, που με περπάτημα εφήβου, μας πλησιάζει. Μας ρωτά, αν θέλουμε να επισκεφθούμε το σχολείο. Απαντούμε καταφατικά και μας οδηγεί προς την πόρτα.

-Όλους τους θερινούς μήνες ανοίγω εγώ το σχολείο και ξεναγώ, όσους το επιθυμούν στο χώρο, μας λέει. Ονομάζομαι Κώστας Σαρρής και υπήρξα Επιθεωρητής στη Μέση Εκπαίδευση. Τώρα, βέβαια, είμαι συνταξιούχος.
Ανεβαίνουμε στον πρώτο όροφο του εξαιρετικού πέτρινου κτιρίου
.

Μία μεγάλη μακρόστενη αίθουσα ανοίγεται μπροστά μας. Μία μεγάλη μακρόστενη αίθουσα ανοίγεται μπροστά μας. Προθήκες γεμάτες με ιστορικές φωτογραφίες από τη δράση των αντιστασιακών απλώνονται σε όλο το μήκος.

Στους τοίχους τοιχογραφίες ζωγραφισμένες σε κανελί αποχρώσεις με θέματα από την Επανάσταση του 1821 και την Εθνική Αντίσταση 1941 -44.
Ο κ. Σαρρής μας οδηγεί σε ένα μακρόστενο τραπέζι και μας καλεί να καθίσουμε. Πάνω στον τοίχο δεσπόζει η φωτογραφία του Άρη Βελουχιώτη, κατά κόσμον Θανάση Κλάρα, και δεξιά μας μία τεράστια φωτογραφία των Ευρυτανικών βουνών, της κορφής που λέγεται Βελούχι.
-Ο χώρος πριν από το Εθνικό Συμβούλιο ήταν έτσι ενιαίος; Τον ρωτώ.

-Όχι, για να γίνει η συνάντηση των αντιστασιακών δυνάμεων έγιναν εργασίες. Έριξαν τους ενδιάμεσους τοίχους των 3 αιθουσών και ζωγράφισαν τους τοίχους.
-Γιατί επιλέχτηκε, κύριε Κώστα, ρωτώ το συμπαθέστατο και καλλιεργημένο συνομιλητή μου, το δικό σας χωριό, οι Κορυσχάδες, για το Εθνικό Συμβούλιο το 1944;

-Γιατί το χωριό μας ανήκε στη λεγόμενη «Ελεύθερη Ελλάδα» και βρισκόταν στη μέση περίπου της χώρας, οπότε μπορούσαν να έρθουν περπατώντας βέβαια και οι αντιπροσωπείες από την Ήπειρο και τη Βόρεια Ελλάδα. Ένας άλλος λόγος ήταν πως το χωριό βρισκόταν ανάμεσα σε τρεις λόφους και η εχθρική αεροπορία έπρεπε να κάνει βύθιση, αν ήθελε να κατασκοπεύσει την περιοχή, πράγμα που ήταν αδύνατο λόγω των λόφων.
Άλλωστε οι δικοί μας είχαν στήσει αρκετά μυδραλιοβόλα για αντιαεροπορική υποστήριξη και είχαν σκάψει και ορύγματα για περίπτωση αεροπορικής επιδρομής. Η σκεπή του σχολείου είχε καλυφθεί με κλαδιά δέντρων για παραλλαγή (καμουφλάζ). Δύναμη του ΕΛΑΣ ήταν στη ράχη Τυμφρηστού για τυχόν γερμανική επιδρομή.

-Πότε κτίστηκε το σχολείο αυτό;
-Το 1938, με έρανο των χωριανών και μηχανικό το Σταματίου, που αργότερα πήρε μέρος στην Αντίσταση.
-Αυτές οι τοιχογραφίες στους τοίχους είναι τωρινές;
-Όχι, έγιναν από ζωγράφους της Αντίστασης, που δούλεψαν καιρό πριν για να δώσουν την ανάλογη ατμόσφαιρα στο χώρο. Ακόμα οι κάτοικοι του χωριού έδωσαν τα καλύτερα χαλιά τους για να σκεπαστούν τα σανίδια. Πάνω από το Προεδρείο υψώθηκαν οι Θυρεοί των Συμμάχων.
-Εσείς, κ. Κώστα, ζούσατε, τα είδατε αυτά;
-Ήμουνα 17 χρονών τότε, και τα είδα όλα. Ήρθαν ο Ευρ. Μπακιρτζής, ο Μάντακας, ο Σιάντος, ο Τσιριμώκος, Ο Γαβριηλίδης, καθηγητές Πανεπιστημίου. Έγινε δοξολογία στην οποία χοροστάτησε ο μητροπολίτης Κοζάνης Ιωακείμ.

-Ο Άρης ήρθε;
-Ναι, ως εθνοσύμβουλος Δομοκού, αλλά κάθισε μόνο 3 μέρες. Στις 27 Μαΐου έγινε η τελευταία συνεδρίαση και εκδόθηκε το ιστορικό «Ψήφισμα των Κορυσχάδων», με το οποίο διατυπώνονταν οι αρχές και τα ιδανικά του εθνικού αγώνα και θεμελιώδεις θεσμοί.
Συγκινημένη του απευθύνω την τελευταία μου ερώτηση:

-Μιλήσατε καθόλου με το Διονύση Χαριτόπουλο, που εξέδωσε για την Αντίσταση το περίφημο βιβλίο του «Άρης, ο αρχηγός των ατάκτων»;

-Βεβαίως, πριν κάποια χρόνια συναντηθήκαμε και τα είπαμε. Ήταν μαζί του και η αείμνηστη Μαλβίνα
Τον αποχαιρετούμε θερμά και φεύγουμε φορτισμένοι.
Γνωρίζουμε πως τον επόμενο χρόνο, το 1945, είχε αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση χάρι στις φιλότιμες προσπάθειες των φίλων μας και συμμάχων Εγγλέζων.
Μετά την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης το 1983, το σχολείο των Κορυσχάδων χαρακτηρίστηκε ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο και έκτοτε λειτουργεί ως Μουσείο.

Της Δ. Στυλιανίδου